Επόμενο
απόσπασμα

 Τρεις + 1 μικρές ιστορίες

 

     Στο βιβλίο περιλαμβάνονται τέσσερεις νουβέλες με φανταστικές, διασκεδαστικές ιστορίες.

1η «Το ταξίδι». Δεν είναι και τόσο φανταστική ιστορία και μπορεί να συμβεί στον κάθε έναν από εμάς.

2η «Τζόφιν ο μαρτυριάρης» όπως και οι επόμενες

3η «Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα (το πουλί)» και

4η «Το όνειρο μιας ζωής - Puerto Tampico» είναι απολύτως φανταστικές.

 

«Το ταξίδι»

Περίληψη

     Ο Γιάννης είναι ένα ανερχόμενο αστέρι στον κόσμο της Αρχιτεκτονικής. Ζει στη Θεσσαλονίκη και εργάζεται σε μια τεχνική εταιρεία.     

     Μέσα στον κυκεώνα των μαθημάτων, όσο ακόμη ήταν φοιτητής, αλλά και μετά, με τα μπλεξίματα της δουλειάς, έχει παραμελήσει κάπως τον αρσενικό Γιάννη… μέχρι που… Μέχρι που του τυχαίνει η πανέμορφη, η ξεμυαλίστρα, η θερμή, η ερωτιάρα  Στάσια, Βουλγαρικής καταγωγής και προέλευσης.

Η Στάσια, κόρη Έλληνα πατέρα, που είχε διαφύγει στην Βουλγαρία μετά τον ανταρτοπόλεμο και Βουλγάρας μητέρας, διαθέτει τα πάντα. Τα πάντα όσα θα ορεγόταν, θα ποθούσε και θα ήθελε να γευτεί ο κάθε άντρας.

Υποτίθεται ότι βρίσκεται για λίγες ημέρες στη Θεσσαλονίκη για να παρακολουθήσει κάποια επαγγελματικά σεμινάρια.

Η γνωριμία τους ήταν άμεση, ο έρωτάς τους κεραυνοβόλος, σφοδρός, αλλά βραχύβιος. Σε λίγες μέρες η όμορφη Στάσια φεύγει για τη Βουλγαρία.

     Τώρα; Τώρα «το ταξίδι» θα γίνει ανάστροφα.

[Την ιδέα την έριξε η Στάσια.

«Γιατί ντεν έρχεσαι εσύ»;  τον ρώτησε. Και μετά από λίγη σκέψη του ανέπτυξε το σχέδιό της.

«Για σένα είναι πιο εύκολο. Εσύ έχει και αυτοκίνητο. Πόσο τα κάνει; Τρία άντε το πολύ τέσσερα ώρες.]

     Το αυτοκίνητο ήταν μια BMW πολύ λουξ, που ο Γιάννης είχε αγοράσει μετά από πιέσεις των φίλων του και των αφεντικών του. Του είχαν φάει τα αφτιά: «Ένας καλός αρχιτέκτονας πρέπει να έχει και ένα καλό αυτοκίνητο». Ακόμη δόσεις πλήρωνε.

     Σάββατο πρωί και ο Γιάννης ξεκίνησε για τη Βουλγαρία, να ζήσει πάλι για λίγο τον μεγάλο έρωτα.

Δεν είχε κάνει ούτε τρία χιλιόμετρα στον στενό χωματόδρομο που οδηγούσε στο χωριό της Στάσιας  και έπεσε σε μπλόκο της αστυνομίας, που όμως δεν ήταν αστυνομία. Έτσι είχαν συμφωνήσει: Η αγαπημένη του θα τον περίμενε στο χωριό της και μετά… βουρ για Σόφια.

Η Βουλγαρική Μαφία, η δήθεν αστυνομία, τον καταλήστεψε.  Κινητό και πορτοφόλι άλλαξαν τσέπες. Το αυτοκίνητο άλλαξε ιδιοκτήτη. Πάλι καλά που δεν τον καθάρισαν. Γύρισε στην Ελλάδα σαν τη βρεγμένη γάτα.

   Θα ξεμπλέξει όσο πιο γρήγορα μπορεί με το κινητό του και με τις πιστωτικές του κάρτες, αν και τα σαΐνια οι Βούλγαροι πρόλαβαν και τον χρέωσαν μέχρι τα μπούνια. Το ίδιο και με το αυτοκίνητό του. Ξεμπερδεύει και μ' αυτό. Αυτό που δεν θα μπορέσει να ξεμπερδέψει είναι  το μυστήριο Στάσια. Αυτό το κομμάτι του παζλ δεν ταιριάζει πουθενά. Ούτε με τους καλούς, ούτε με τους κακούς.

Η λύση του παζλ, το ξεκαθάρισμα του μυστηρίου θα γίνει δέκα χρόνια αργότερα. Πώς;

Αν διαβάσετε την ιστορία μέχρι το τέλος θα βρείτε και 'σεις τη λύση του μυστηρίου.

Επόμενο
απόσπασμα