Προηγούμενο απόσπασμα
Αποσπάσματα από  το "Ο μπουσουλίθρας"
(Σελίδα 2η από 2)

Η Ίρμα στεκόταν μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη κατά ενενήντα εννιά κόμμα εννιά τοις εκατώ γυμνή. Η ενδυμασία της περιοριζόταν σε ένα απειροελάχιστο στρινγκ κιλοτάκι. Ο Πωλ στεκόταν από πίσω της, και ενδυματολογικά ήταν ασορτί. Θαύμαζε το είδωλο του υπέροχου μελαμψού κορμιού της στον καθρέφτη και με το ένα χέρι του της χάιδευε την κοιλιά. Με το ελεύθερο χέρι του παραμέρισε το χείμαρρο των κατάμαυρων μαλλιών της και άρχισε να τη φιλάει πίσω από το αφτί. Η Ίρμα σήκωσε το χέρι της και άρχισε να του ανακατεύει τα μαλλιά. Μέχρι που…

Το άκουσε ή ήταν γέννημα της φαντασίας του; Διέκοψε για λίγο την ερωτική του δραστηριότητα προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει αν ο γνώριμος αυτός ήχος ήταν πραγματικός ή αν τον γεννούσε το μυαλό του, αλλά δεν χρειάστηκε να κάνει καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια γι' αυτό. Η επιβεβαίωση ήρθε από την Ίρμα.

"Τι είναι αυτό που ακούγεται; Σαν κλάμα μωρού μοιάζει". Το κλάμα ακουγόταν από κάπου μακριά. Ο Πωλ ήταν σίγουρος. Αυτό το γοερό, το γνώριμο κλάμα ήταν του Μπουσουλίθρα.

Έτρεξε στην μπαλκονόπορτα της κρεβατοκάμαρης που έβλεπε προς το πάρκινγκ και τράβηξε την κουρτίνα. Το κλάμα ακουγόταν από εκείνη την κατεύθυνση.

"Θεέ μου", αναφώνησε.

Η Ίρμα πλησίασε από πίσω του να δει τι ήταν αυτό που τάραξε τόσο πολύ τον εραστή της.

Ένα μωρό κρεμόταν, το μισό μέσα, το μισό έξω από την ανοιχτή πίσω πόρτα ενός αυτοκινήτου. Δεν ήθελε πολύ για πέσει κάτω, να τσακιστεί. Μια μικρή, μια ελάχιστη μετακίνησή του ήταν αρκετή. Και δεν θα έπεφτε από το ύψος του αυτοκινήτου κάτω. Θα έπεφτε και άλλα δύο μέτρα, στο πιο κάτω επίπεδο στάθμευσης. Κι' αν εκείνη τη στιγμή περνούσε και κάποιο αυτοκίνητο;

Ο Μπουσουλίθρας ήταν σε μεγάλο κίνδυνο.

 "Θεέ μου", ξαναφώναξε ο Πωλ καθώς χωνόταν άρον - άρον μέσα στο παντελόνι του....

....Ο Μπουσουλίθρας δεν σταμάτησε να κλαίει. Οι λόγοι ήταν τρεις. Ήταν ακόμη φοβισμένος, ο Πωλ δεν τον πήρε στην αγκαλιά του και ήταν χεσμένος μέχρι το λαιμό. Πώς να πάρεις αγκαλιά ένα τόσο σκατωμένο μωρό.

Κρατώντας τον μπροστά, με τα χέρια στην πρόταση, ο Πωλ γύρισε στο δωμάτιο της Ίρμας. Βρωμοκόπησε ο τόπος σκατήλα.

Το άρωμα του έρωτα που ήταν διάχυτο μέχρι τη στιγμή εκείνη στο δωμάτιο της Ίρμας εκτοπίστηκε από τη βρόμα που ανέδυε ο Μπουσουλίθρας. Ο πρώτος άθλος του Μπουσουλίθρα είχε εκτελεστεί.

"Ο γιος μου", έκανε τις συστάσεις στην Ίρμα που είχε μια πολύ εύλογη απορία:

"Καλά, ήρθες να με βρεις και έφερες μαζί και το γιο σου;"

"Δεν τον έφερα μαζί μου. Μόνος του ήρθε".

"Μόνος του; Πώς ήρθε μόνος του;" απόρησε η Ίρμα.

"Μπουσουλώντας", απάντησε ο Πωλ....

....Κρατώντας τον μπροστά με τα χέρια τεντωμένα, όσο πιο μακριά μπορούσε από τον ίδιο, ο Πωλ τον πήγε στο μπάνιο. Στο καθάρισμα και στο πλύσιμο του Μπουσουλίθρα είχε συμμετοχή και η Ίρμα, κρατώντας τη μύτη της. Πάντως φαινόταν: Ιδέα δεν είχε από μωρά.

Τώρα ο Πωλ κρατούσε στην αγκαλιά του έναν πεντακάθαρο ξεβράκωτο Μπουσουλίθρα, αλλά αυτός δεν σταμάτησε να κλαίει.

"Έχεις κανένα Pamper, κανένα Baby Lino;" Ρώτησε ο Πωλ.

"Πού να το βρω;" Τελικά βρέθηκε η λύση. Ένα άσπρο τραπεζομάντηλο, με κεντημένη τη φίρμα του μαγαζιού "ΙΡΜΑ" κάλυψε τα απόκρυφα μέρη του μωρού. Ο Μπουσουλίθρας εξακολουθούσε να κλαίει.

"Σε παρακαλώ, κάνε κάτι για να σταματήσει το κλάμα", του είπε η Ίρμα ανοίγοντας και την άλλη μπαλκονόπορτα, μήπως και το ρεύμα του αέρα διαλύσει τη δυσοσμία που ήταν ακόμη διάχυτη.....

....Κατέβηκε απ' τη βεράντα και τράβηξε προς τη λίμνη. Του άρεσε το νερό του Μπουσουλίθρα. Ίσως η θέα της λίμνης να τον καλμάριζε.

Πλησίασε στην όχθη της λίμνης

"Κοίτα το νεράκι. Πίτσι-πίτσι το νεράκι. Κοίτα τη βαρκούλα εκεί μέσα, εκεί μακριά". Πάλι τίποτε. Ο Μπουσουλίθρας ανένδοτος.

Καμιά εικοσαριά μέτρα πιο πέρα, ήταν μια μικρή εξέδρα, φτιαγμένη από ξύλο και έμπαινε καμιά δεκαριά μέτρα μέσα στη λίμνη. Κάτι σαν μια μικρή μαρίνα για να δένουν οι βάρκες, αλλά δεν υπήρχε καμιά βάρκα. Μόνο τρία παιδιά υπήρχαν επάνω στην εξέδρα με την πλάτη γυρισμένη σ' αυτόν και κάτι έλεγαν, κάτι έκαναν, μπορεί και να ψάρευαν κιόλας. Ο Πωλ δεν έδωσε σημασία στα τρία παιδιά. Αυτόν τον ένοιαζε μόνο να κάνει τον μικρό να πάψει να κλαίει. Και αυτό που δεν μπορούσε να κάνει ο Πωλ το έκανε μια, δυο, τρεις φωνές.

Με το άκουσμα της πρώτης φωνής το κλάμα λιγόστεψε.

"Μπαμπάάά!" Γνώριμη φωνή. Η φωνή του Τέρη. Οι άλλες δύο φωνές ήρθαν μαζί σαν από χορωδία κοριτσιών. Ήταν της Αθηνάς και της Δανάης. Η λέξη η ίδια:

"Μπαμπάάά!"

Το κλάμα του Μπουσουλίθρα έγινε αγόρευση: "Πλα-τα-ατ-μπού". Μεσ' στη τρελή χαρά βρέθηκε το μωρό με το άκουσμα των αγαπημένων του φωνών....

....Καιρός ήταν από στιγμή σε στιγμή να κάνει και την εμφάνιση της η Αθηνά μητέρα. Ε τότε θα γελούσε και το παρδαλό κατσίκι. Τότε να δείτε κλάμα.

"Και πού είναι τώρα η μαμά;" Βρήκε το κουράγιο να ρωτήσει.

"Μας άφησε με το θείο Λευτέρη και πήγε στην πόλη για κάτι δουλειές που είχε, κάτι επαγγελματικές συναντήσεις είχε πει. Θα περάσει το βραδάκι να μας πάρει".

- Μήπως οι "επαγγελματικές" της συναντήσεις είναι το ίδιο "επαγγελματικές" με τις δικές σου Πωλ;

"Συναντήσεις. Έτσι μου είχε πει και μένα. Με τον εκδότη της και με τον επιμελητή της ή μήπως ήταν μόνο με τον επιμελητή; Με το γοητευτικό Μάικλ, τον ερωτύλο. Λες να;" Συλλογίστηκε ο Πωλ. "Όχι λες. Σίγουρα έτσι ήταν. Τον κεράτωνε....

Προηγούμενο απόσπασμα