Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα

Αποσπάσματα από τα "Παραμύθια του παππού"

"Ο Μάνθος η Οργή και η Θλίψη"

(Σελίδα 2η από 3)

Καλά του πήγε η μέρα του Μάνθου.

Απ' το πρωί ένα σωρό δουλειές έκανε στο περιβόλι του. Τσάπισε και πότισε τα μαρουλάκια και τα κρεμμυδάκια, ξεχορτάριασε τον άνηθο τον μαϊντανό και το δυόσμο, έβαλε πασαλάκια στις ντοματιές που είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν και κάθε λίγο και λιγάκι αντάλλαζε και καμιά κουβέντα με τον Γκέκα, το γάιδαρο του που έβοσκε παραπέρα φρέσκο χορταράκι.

Το "αντάλλαζε" είναι πολύ σχετικό, γιατί ο Γκέκας δεν του έλεγε τίποτε. Μόνο κουνούσε μια - δυο φορές το κεφάλι του πάνω - κάτω, κάθε φορά που το αφεντικό του του 'λεγε κάτι.

Καλά του είχε πάει η μέρα του Μάνθου μέχρι που....

....Τότε ήταν που εξοργιστικέ.

Από τα κρεμμυδάκια που έβγαλε, τα τρία ήταν με κομμένες τις ρίζες τους.

"Άτιμε κρεμμυδοφάγε", μονολόγησε. "Πάλι την έκανες τη ζημιά σου. Μωρέ άμα σε πιάσω θα σε κρεμάσω από το δέντρο, για να μάθεις που πρέπει να ζούνε τα έντομα".....

....Σαμάρωσε το γάιδαρο του τον Γκέκα, τον φόρτωσε τα δύο ζεμπίλια, ένα δεξιά ένα αριστερά και μέσα στο ένα ζεμπίλι έβαλε τα κρεμμυδάκια. Κίνησε να πάει να ξεριζώσει και τα μαρούλια που ήθελε να πάρει μαζί του για πούλημα.

Έ τότε… Ποιος είδε το Θεό και δε φοβήθηκε. Οργιστικέ τόσο πολύ που αν τον έπιανες από τη μύτη θα έσκαγε.

Άκου να δεις αδελφέ μου:

Δυο σαλιγκάρια είχαν σκαρφαλώσει επάνω σε ένα μαρουλόφυλλο και το καταβρόχθιζαν. Είχαν φάει κιόλας δυο γωνίτσες από ένα φύλο....

...."Άτιμα σιχαμερά πλάσματα, διαολόσποροι. Τα δικά μου τα μαρούλια βρήκατε να φάτε βρε; Άντε από δω…"

....Ήταν δεν ήταν στα μισά του δρόμου, όταν αντάμωσαν εκείνο το γεροντάκο.

Παρουσιάστηκε μπροστά τους λες και είχε εμφανιστεί από το πουθενά. Ούτε που τον είχε δει ο Μάνθος να έρχεται από μακριά προς το μέρος τους.

Και πώς να τον δει, έτσι που ήταν μες' στην οργή και και που οι μαύρες σκέψεις του είχαν γεμίσει την καρδιά του με θλίψη.

Αν σας πω τι σκεφτόταν, σίγουρα θα σας πιάσουν τα γέλια, ίσως όμως να σας πιάσουν και τα κλάματα.

"Μωρέ θα τα σκοτώσω όλα αυτά τα άτιμα τα ζουζούνια που βάλθηκαν να μου καταστρέψουν και να μου φάνε όλα τα λαχανικά", σκεφτόταν. "Αύριο κιόλας θα πάω στο περιβόλι και θα ξεπατώσω όλα τα λαχανικά. Θα τα πετάξω σε μια γωνιά να σαπίσουν και τότε να δω τι θα βρουν να φάνε τα άτιμα. Μωρέ θα τα αφήσω να πεθάνουν από την πείνα. Και τον κερατά τον κρεμμυδοφάγο και τα άτιμα τα σαλιγκάρια. Όχι παίζουμε! Αμ δεν παίζουμε. Δεν τον ξέρουν καλά τον Μάνθο".

...."Τί θέλει τώρα κι' αυτός ο παλιόγερος που έτσι, στα καλά καθούμενα ξεφύτρωσε μπροστά μου;" αναρωτήθηκε ο Μάνθος και έκανε να προσπεράσει, να συνεχίσει το δρόμο του, αλλά…

"Καλησπέρα και σε 'σένα γέροντα και 'συ ώρα καλή να έχεις", αντιχαιρέτησε και λες τα λόγια δεν ήταν δικά του. Λες και κάποιος άλλος τα έλεγε από μέσα του.

Ο γέρος συνέχισε:

"Πώς είσαι έτσι μωρέ Μάνθο; Το μαύρο σου το χάλι έχεις".

"Ποιο μαύρο χάλι; Δηλαδή… τί πώς είμαι έτσι;" παραξενεύτηκε ο Μάνθος.

"Εμ πώς. Μες' στην οργή και μεσ' στη θλίψη είσαι"....

...."'Έλα Μάνθο. Κάτσε εδώ να σου πω μια ιστορία", του είπε ο γέρος και του έδειξε δυο μεγάλες κοτρώνες, σαν σκαμνιά, στην άκρη του δρόμου.

Σχεδόν κάθε μέρα περνούσε από το δρόμο ο Μάνθος και αυτές τις μεγάλες πέτρες ούτε που τις είχε προσέξει ποτέ. Πρώτη φορά τις έβλεπε.....

...."Όρεξη για μουχαμπέτια έχει ο γέρος", συλλογίστηκε και έκανε να τραβήξει τον Γκέκα από το χάμουρο και να συνεχίσει το δρόμο του για το χωριό, αλλά αλλού ήθελε να πάει αυτός κι' αλλού τον πήγαιναν τα πόδια του.

....Αρχισε ο γέρος την ιστορία του. Η αργόσυρτη φωνή του ήταν τόσο ζεστή και η άρθρωση του τόσο καθαρή, που ο Μάνθος, άθελά του, κρεμάστηκε από τα χείλη του.

"Τα παλιά χρόνια, τα πολύ παλιά, τότε ακόμη που οι άνθρωποι ήταν λίγοι πάνω στη γη, ζούσαν δυο φιλενάδες που ήταν σχεδόν αχώριστες....

....Ζούνε και σήμερα και πολύ φοβάμαι ότι δε θα πεθάνουνε ποτέ. Τα ονόματα τους ήταν Οργή και Θλίψη.

Αν λοιπόν η Οργή και η Θλίψη ανταμώσουν κανέναν άνθρωπο, και καταλάβουν ότι είναι ραγισμένη η καρδιά του, δίνουν μια και "τσουπ" χώνονται μέσα από τη χαραμάδα κι' εκεί… θρονιάζονται για τα καλά.

Και ξέρεις πιο είναι το κακό; Το κακό είναι ότι τις πιο πολλές φορές η χαραμάδα στην καρδιά των ανθρώπων γίνεται από ασήμαντους λόγους και αιτίες. Αυτές όμως τις κυράδες ούτε που τις νοιάζει. Οι δυο φιλενάδες μπαίνουν μέσα, στρογγυλο-κάθονται στην ψυχή του ανθρώπου κι' εκεί.. τρώνε πίνουν και χορεύουν, που λέει και το τραγούδι.

Τρώνε… και τι δε τρώνε. Όλα του τα τρώνε· όλα.

Μήτε μυαλό του αφήνουν, μήτε νου, μήτε λογική. Χάνει ο άνθρωπος τα λογικά του και μετά… χάνει και το βιός του.

Χάνει και τους φίλους του γιατί ποιός θέλει για φίλο ένα οργισμένο και θλιμμένο άνθρωπο.

Πολλές φορές χάνει και τη φαμίλια του,γιατί μεσ' στην οργή του αρχίζει να δέρνει και να κακομεταχειρίζεται τη γυναίκα του και τα παιδιά του....

...."Θέλει δύναμη, κουράγια και παλληκαριά για να καταφέρεις να ξεριζώσεις από μέσα σου αυτές τις δυο κυράδες, αλλά θέλει και λογική. Προ πάντων λογική. Να δεις τα πράματα όπως στ' αλήθεια είναι και να τα εκτιμήσεις σωστά. Τότε σίγουρα θα πεις:

"Άμε κυράδες μου στην ευχή του Θεού. Άμε στο δρόμο σας, μπας και βρείτε κανέναν άλλο χαζό. Εγώ… δεν κάνω εγώ για σας" και να τις κλείσεις την πόρτα της ψυχής σου. Να μην τις αφήσεις ποτέ να μπουν. Να μπουν και να σε ρημάξουν.

Πολλοί άνθρωποι το καταφέρνουν και τις διώχνουν, τις ξεριζώνουν, από μέσα τους. Και, πίστεψέ με: Αυτοί βγαίνουν κερδισμένοι.....

....Σ' όλο το δρόμο ο Μάνθος συλλογιόταν το γέρο και τις ορμήνιες του.....

....Σαν έφτασε στο τσαρδί του ο Μάνθος, ξεφόρτωσε τον Γκέκα από το φορτίο του, τον ξεσαμάρωσε και τον έβαλε στο παχνί του. Τον τάισε σανό και κριθάρι, για να είναι δυνατός και τον πότισε με καθαρό νεράκι.

"Άντε τώρα, κοιμήσου να 'σαι αύριο ξεκούραστος", του είπε.

Κούνησε κι' ο Γκέκας το κεφάλι του μια 'πάνω, μια κάτω και έδειχνε πολύ ευχαριστημένος που είχε ξαναβρεί το παλιό του αφεντικό, γιατί σήμερα…

Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε πώς δεν είχε χάσει τη γαϊδουρινή υπομονή του και πώς τη γλύτωσε το αφεντικό του την κλωτσιά με τόσες βρισιές που είχε ακούσει.

Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα