Προηγούμενο απόσπασμα

"Ανεξίτηλοι λεκέδες και πολύχρωμες πεταταλούδες"

Αποσπάσματα από το"Ανεξίτηλοι λεκέδες"

(Σελίδα 2η από 5)

Πώς θα ένιωθες αν γινόταν μια έκλειψη ηλίου και ο ήλιος δεν εμφανιζόταν ποτέ πια; Αν ο ήλιος έμενε για πάντα κρυμμένος πίσω από το φεγγάρι;

Πώς θα ζούσες μέσα στο μισοσκόταδο, στο λιγοστό φως που δε θα ερχόταν σταλμένο από τον ήλιο, αλλά που θα διαχεόταν πάνω στη γη απ' την ατμόσφαιρα;

Μη μου πεις. Ξέρω.

Έτσι ένιωσα κι' εγώ τότε. Έτσι νιώθω κάθε φορά που φέρνω στο μυαλό μου εκείνα τα χρόνια, εκείνες τις μέρες, αν και έχει περάσει πολύς, πάρα πολύς καιρός από τότε. Πολλά χρόνια.

Δεκατεσσάρων χρονών ήμουν όταν συνέβη. Όταν χάθηκε όταν έσβησε ο μεγάλος μου ο αδελφός. Οκτώ χρόνια μεγαλύτερος από μένα ήταν. Και δεν χάθηκε, δεν έσβησε  από τη μια στιγμή στην άλλη. Τρία χρόνια σιγοέσβηνε· τρία ολόκληρα χρόνια και μέρα με τη μέρα ο θάνατος ερχόταν πιο κοντά.

Δεκατεσσάρων χρονών ήμουν όταν η καρδιά μου μαύρισε με έναν ανεξίτηλο λεκέ.

Ήταν ωραίο παιδί. Λεβέντης. Δεν χρειάζεται περιγραφές. Οι λέξεις "ωραίος" και "λεβέντης" τα λένε όλα.

Ο Αλέξης ήταν το ίνδαλμά μου, ο μέντοράς μου, ο άνθρωπος που θαύμαζα και αγαπούσα. Τον αγαπούσα με ένα πολύ ιδιόμορφο τρόπο. Αγάπη και σεβασμός, αγάπη και λίγος φόβος, αγάπη και θαυμασμός, αγάπη και υπακοή, αγάπη και κατανόηση, όση διέθετα τότε. Παιδί ήμουν ακόμη....

....Ο μεγάλος μου αδελφός, ο Αλέξης, ήταν ο δάσκαλός μου. Και τι δεν μου έμαθε· και τι δεν ήξερε. Ήταν δαιμόνιος. Ένα φωτεινό μυαλό γεμάτο γνώσεις. Γνώσεις που συνέχεια τις αύξανε.

Ο μεγάλος αδελφός, ο Αλέξης ήτα ο "εφευρέτης" μου. Ο εφευρέτης των παιχνιδιών μου.

Μου έδειξε πως εκτρέπεται η μαγνητική βελόνα όταν βρεθεί σε ένα ηλεκτρικό πεδίο.

Μου κατασκεύασε ένα γερανό για να μεταφέρω βελόνες, καρφίτσες, πινέζες και άλλα μικρά μεταλλικά αντικείμενα. Ένας ηλεκτρομαγνήτης που κρεμόταν από ένα ξύλο και ανεβοκατέβαινε με τη βοήθεια ενός καρουλιού. Κατέβαζα το μαγνήτη επάνω στις πινέζες ή τις καρφίτσες, ένωνα ένα καλώδιο με μια μπαταρία και όλες οι πινέζες κολλούσαν επάνω στο μαγνήτη, που δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα κομμάτι σίδερο τυλιγμένο πολλές φορές με ένα κόκκινο λεπτό σύρμα. Σήκωνα ψηλά το φορτίο μου. Μετά αποσύνδεα την μπαταρία και όλα όσα κουβαλούσε ο γερανός μου έπεφταν επάνω στο τραπέζι.

Μου έδειξε τι είναι και πως λειτουργεί η ατμοσφαιρική πίεση. Απλά πράγματα: Ένα μπουκάλι σχεδόν γεμάτο νερό και μέσα του κάτι που είχε κατασκευάσει ο ίδιος από χαρτί και κερί. "Πρέπει να έχει ένα πολύ κρίσιμο ειδικό βάρος", μου είχε πει. Εγώ ούτε που είχα καταλάβει τι είναι το "κρίσιμο" και τι είναι το "ειδικό", αλλά κατάλαβα τι γινόταν.  Όταν πίεζε το φελλό, την τάπα του μπουκαλιού, προς τα κάτω το αντικείμενο που ήταν μέσα κουνιόταν αργά - αργά προς τον πυθμένα. Όταν τραβούσε την τάπα προς τα πάνω το αντικείμενο ερχόταν προς την επιφάνεια. Απλά πράγματα φτιαγμένα από ένα μεγάλο μυαλό. Το μυαλό του αδελφού μου.

Μια φορά μου κατασκεύασε μια "φωτογραφική μηχανή". Εντάξει δεν ήταν ακριβώς μια μηχανή, αλλά κατάλαβα το πως λειτουργεί μια μηχανή.

Ένα άδειο μακρόστενο χαρτονένιο κουτί. Στη μέση της μιας πλευράς του μια μικρή τρύπα που έπαιζε το ρόλο του φακού. Η άλλη πλευρά κομμένη και σκεπασμένη με ημιδιαφανές ριζόχαρτο. Επάνω στο ριζόχαρτο βλέπαμε το φωτεινό παράθυρο, την πόρτα όταν άνοιγε και έμπαινε φώς την ηλεκτρική λάμπα που κρεμόταν αναμμένη στο ταβάνι. Μετά τη βελτίωσε τη φωτογραφική του μηχανή. Στη θέση της τρύπας προσάρμοσε έναν συγκεντρωτικό φακό. Παιδεύτηκε λίγο με το πού θα στήριζε το ριζόχαρτο. Πού ακριβώς εστίαζε ο φακός, αλλά τα κατάφερε.

Κάναμε το γέλιο της ζωής μας καθώς βλέπαμε επάνω στο ριζόχαρτο τη μητέρα μας να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα περπατώντας ανάποδα. Με τα πόδια επάνω και το κεφάλι κάτω.

"Τι γελάτε εσείς;" μας ρώτησε.

"Έλα να δεις", της είπα. Ήρθε.

Ο Αλέξης σηκώθηκε και άρχισε να βηματίζει στην κουζίνα.

"Αααα", είπε η μητέρα μου. Μόνο αυτό.

Ατέλειωτα είναι τα επιτεύγματα και οι "εφευρέσεις" του μεγάλου μου αδελφού, του δασκάλου μου, του μέντορά μου.

Πώς να μην τον αγαπώ. Ατέλειωτη ήταν και η αγάπη μου για 'κείνον. Πιστεύω ακράδαντα ότι όσα έκανα μετά στη ζωή μου, όσα έχτισα, όσα σχεδίασα, όσα συναρμολόγησα, και δεν ήταν λίγα, τα οφείλω σε εκείνον. Στα πρώτα του μαθήματα - παιχνίδια.

Στην εισαγωγή στην τεχνολογία.

....Στην έκτη γυμνασίου ο Αλέξης ερωτεύτηκε.

Τρελός έρωτας με τη Νικολέτα. Μια κοκκινομάλλα λίγο στρουμπουλή, με δυο γαλανά φωτεινά μάτια. Ήταν κόρη προσφύγων και η οικογένεια της ήταν πολύ φτωχή. Ο πατέρας της κέρδιζε τον επιούσιο σπρώχνοντας ένα καρότσι και κάνοντας μεταφορές.

Όταν μαθεύτηκε, διότι "ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον" και μάλιστα σε μια επαρχιακή πόλη, κρίθηκε "τελείως ακατάλληλη" από την μεσοαστική μας οικογένεια. Η μητέρα μου αντέδρασε ήπια.

"Τί της βρίσκεις βρε αγόρι μου; Τόσες και τόσες κοπέλες, αυτή βρήκες;"  Ο πατέρας μου; Ποιος είδε το Θεό και δεν φοβήθηκε;

"Αν σε ξαναδώ μ' αυτή τη παλιοπουτάνα θα σου κόψω τα πόδια. Αλήτη". Τέτοιος ήταν ο πατέρας μου: Αυστηρός και αυταρχικός.

Πολλές φορές τα ξεσπάσματα ήταν βίαια και τη βιαιότητά του την πλήρωνε, ποιος άλλος; Ο καημένος ο Αλέξης. Ο μεγάλος του γιος. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον είχε ξυλοφορτώσει. Εγώ τότε, τρομαγμένος και αφόρητα λυπημένος, κρυβόμουν σε μια γωνιά και έκλαιγα.  Έκλαιγα για λογαριασμό του αδελφού μου, γιατί ο αδελφός μου δεν είχε κλάψει ποτέ. Πάντοτε υπέμενε στωικά ότι τραβούσε....

....Εγώ μια και μοναδική φορά γεύτηκα το χέρι του πατέρα μου. Άσχημη γεύση· βαριά. Από τότε έκοψα τα πείσματα. Αξέχαστο θα μου μείνει. Και πώς να το ξεχάσω; Τέτοια σφαλιάρα δεν ξεχνιέται εύκολα.

Καλοκαιράκι και απόβραδο. Η μαμά μου μας έντυσε με τα καλά μας ρούχα. Εμένα και την αδελφή μου έντυσε. Ο αδελφός μου ήταν ήδη στο μαγαζί και βοηθούσε τον πατέρα μας. Εγώ όπως πάντα ή όπως σχεδόν πάντα φορούσε ένα άσπρο ναυτικό κουστουμάκι με ναυτικό γιακά και πλουμισμένο με μπλε σιρίτια, ραμμένο από τα χέρια της μάνας μου. Ειδικότητα είχε στα ναυτικά κουστουμάκια. Κούκλος ήμουνα. Ένας πεντάχρονος κούκλος.

Θα κατεβαίναμε στο μαγαζί του πατέρα και μετά το κλείσιμο θα γυρίζαμε όλοι μαζί στο σπίτι. Έτσι σαν βόλτα.

Όλα έγιναν όπως είχαν προγραμματιστεί και η πενταμελής οικογένεια ανηφόριζε την οδό Βενιζέλου, τον κεντρικό δρόμο της Δράμας. Φαίνεται ότι και αρκετοί άλλοι είχαν τη δική μας ιδέα, γιατί ο δρόμος ήταν γεμάτος κόσμο.

Μπροστά πηγαίναμε ο μπαμπάς μου, η μαμά μου κι' εγώ, να με κρατάνε ο ένας από το ένα χέρι και ο άλλος από το άλλο. Λίγα βήματα πίσω ακλουθούσαν ο αδελφός μου και η αδελφή μου.

Καμία διακοσαριά μέτρα πάνω από την κεντρική πλατεία, στο δεξί μέρος του δρόμου ήταν το μαγαζί του Τρακασόπουλου. Μισό με ηλεκτρικά είδη, λάμπες, πρίζες, πορτατίφ, μπαταρίες και άλλα τέτοια και μισό ψιλικατζίδικο. Επάνω στην προθήκη, ανάμεσα σε καραμέλες, σοκολάτες, τσιγάρα και τσίχλες, ήταν στημένα και πέντε φουρφούρια. Πολύ όμορφα ήταν. Πολύχρωμα και καθώς τα γύριζε το αεράκι και μπερδευόταν τα χρώματά τους ήταν μαγευτικά.

Ε παιδάκι ήμουν, μαγεύτηκα κι' εγώ.    "Θέλω φουβφούβι", δήλωσα.

Εκείνα τα χρόνια εγώ και το "ρο" ήμασταν μαλωμένοι. Βρε όσο και να προσπαθούσα, τίποτε. Το "ρο" δεν έλεγε να βγει από το στόμα μου. Αντί για "ρο" έβγαινε "βου".

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Καμιά ανταπόκριση δεν είχε το αίτημά μου για φουρφούρι γι' αυτό το επανέλαβα.

"Θέλω φουβφούβι"

"Τι να το κάνεις παιδάκι μου; Δεν βλέπεις; Ψεύτικα είναι. Ούτε μισή ώρα δεν θα αντέξουν. Αύριο θα σου κάνω εγώ ένα καλό φουρφούρι", μου είπε η μητέρα μου, προσπαθώντας να αναστείλει την επιθυμία μου, αλλά εγώ τίποτε. Πείσμωσα.    

"Θέλω φουβφούβι, θέλω φουβφούβι, θέλω φουβφούβι", άρχισα να τσιρίζω, να κρεμιέμαι από το χέρια της μάνας μου και του πατέρα μου, να σηκώνω τα πόδια μου από το έδαφος και να τα χτυπάω πάλι κάτω. Όλοι γύριζαν να δουν αυτό το σκασμένο, το πεισματάρικο παιδί που χαλούσε τον κόσμο με τις τσιρίδες του. Ρεζίλι γίναμε.

Χιλιάδες αστεράκια, εμφανίστηκαν γύρω μου και σκέπασαν τη θέα των φουρφουριών. Η τσιρίδες μου έγιναν κλάμα. Γοερό κλάμα με αναφιλητά. Το μάγουλό μου ήταν κατακόκκινο και με πονούσε. Τέτοια σφαλιάρα δεν είχα ξαναφάει ποτέ από τον πατέρα μου και ούτε ήθελα να ξαναφάω. Τέρμα τα πείσματα.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα κλαμένος και πονεμένος. Η γεύση της σφαλιάρας δεν έλεγε να φύγει. Ούτε η κοκκινίλα από το μάγουλό μου.

Την άλλη μέρα το πρωί, όταν κάθισα στο τραπέζι της κουζίνας να πιω το γάλα μου συνάντησα και το φουρφούρι. Ένα φουρφούρι, στημένο μέσα σε ένα άδειο ποτήρι, επάνω στο τραπέζι με περίμενε.  Δεν ήταν πολύχρωμο σαν τα φουρφούρια του Τρακασόπουλου. Ήταν φτιαγμένο από άσπρο χαρτί, αλλά ήταν φτιαγμένο από τα χέρια της μητέρας μου και είχε όλα τα χρώματα της αγάπης της.  Όλη τη μέρα έπαιζα με το φουρφούρι. Με το πιο όμορφο φουρφούρι του κόσμου όλου.

....Το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά. Τα σχολεία είχαν κλείσει. Ο Αλέξης είχε πάρει το απολυτήριο του γυμνασίου, ακαδημαϊκός πολίτης πια, και ετοιμαζόταν για το πανεπιστήμιο. Τον Σεπτέμβρη θα έδινε εξετάσεις.

Εδώ όμως οι γνώμες ήταν διχασμένες. Η μητέρα μου σιωπηλά και όσο της έπεφτε λόγος υποστήριζε το πανεπιστήμιο.

Ο πατέρας μου προτιμούσε να τον διαδεχτεί ο Αλέξης στη δουλειά του. Εγώ προσωπικά προτιμούσα να γίνει ο αδελφός μου ένας μεγάλος επιστήμονας, γιατί για το "μεγάλος" ήμουν σίγουρος, παρά ένας επιστήμονας μπακάλης.....

....Τον αδελφό μου όμως δεν μπορούσα να τον φανταστώ μπακάλη. Αυτός ήταν πλασμένος, γεννημένος για άλλα μεγάλα πράγματα. Για μεγάλες εφευρέσεις. Ίσως να εύρισκε και τη μηχανή που θα έσωζε τον κόσμο.

Το κακό είναι ότι η μηχανή που θα έσωζε τον αδελφό μου δεν είχε ακόμη εφευρεθεί και μάλλον θα αργούσε.

....Πάντως οι συζητήσεις έπαιρναν και έδιναν, χωρίς να βρίσκεται η οριστική λύση.  Τη λύση την έδωσε η αρρώστια....

....Τρία χρόνια και μερικούς μήνες έμεινε ο αδελφός μου στο κρεβάτι.

Τρία χρόνια και μερικούς μήνες κράτησε η αγωνία της μητέρας μας και ο αγώνας της για να κερδίσει το παιδί της. Όλοι είχαμε την ίδια αγωνία, αλλά η αγωνία και ο αγώνας της μητέρας είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατον, να περιγραφούν. Την καρδιά της μάνας την έχει μόνο η μάνα.

Η μάνα που μέσα σ' αυτά τα τρία χρόνια έχασε τριάντα χρόνια της ζωής της.

Θυμάμαι πόσο όμορφη, πόσο ζωντανή ήταν πριν. Αναλογίζομαι εκείνες τις καλές μέρες και τις αποζητώ.

Η μάνα μας. Η πιο καλή μάνα όλου του κόσμου. Άμοιρη μάνα....

 

....Πολλές φορές ερχόταν να τον δουν οι φίλοι του, οι συμμαθητές του από το γυμνάσιο. Τότε εγώ έπεφτα σε δεύτερη μοίρα. Εγώ ήμουν μικρός.

Αυτά που κουβέντιαζαν οι μεγάλοι ήταν πιο ενδιαφέροντα, πιο ζουμερά, πιο επίκαιρα. Είχαν μέσα και ιστορίες με κορίτσια και ερωτοδουλειές.  Εγώ καθόμουν σε μια γωνιά και αναλογιζόμουν τι είχα τραβήξει από αυτούς τους φίλους του Αλέξη κι' από τον ίδιο όταν εγώ ήμουν πολύ μικρός και αυτοί αναλόγως μικρότεροι σε ηλικία.....

Αναλογιζόμουν τους ρόλους που είχα παίξει, και δεν ήταν καθόλου λίγοι.«Ο αιχμάλωτος των Γερμανών», «το παιδί που είχε απαχθεί» και το έψαχνε η αστυνομία, «ο οδηγός του αυτοκινήτου με τα κλεμμένα της τράπεζας» και ένα σωρό άλλοι.

Αυτά γινόταν όταν ερχόταν στο σπίτι μας οι φίλοι του αδελφού μου, μαθητές τότε στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου εκείνοι, μια σταλιά πιτσιρικάς εγώ.

Ερχόταν στην αυλή μας και έπαιζαν τα δικά τους παιχνίδια: «Γερμανοί και Έλληνες» ή «κλέφτες και αστυνόμοι», γενικώς παιχνίδια μυστηρίου και δράσης. Παιχνίδια εμπνευσμένα από τον «Μικρό Ήρωα», από τη «Μάσκα» και από άλλα παρόμοια βιβλία και περιοδικά που ήταν απαραίτητα σε κάθε «μαθητική βιβλιοθήκη» της εποχής.

Με ανέβαζαν στο μικρό τρίτροχο ποδηλατάκι μου, που είχε πια ξεχαρβαλωθεί και με τρέχανε με χίλια μέσα στον στενό τσιμεντένιο διάδρομο της αυλής μας.  Πότε μας κυνηγούσε η αστυνομία για τη ληστεία της τράπεζας, και το ποδηλατάκι μου ήταν το αυτοκίνητο των ληστών που προσπαθούσαν να διαφύγουν,  πότε ήμουν αιχμάλωτος των γερμανών που τον πήγαιναν για εκτέλεση με την αντίσταση να μας κυνηγάει και να μας στήνει ενέδρες και πότε το παιδί που το είχαν απαγάγει και το έψαχνε η αστυνομία. Τότε τη μια με κρύβανε μέσα στα σιμσίρια της αυλής και την άλλη όταν μας εύρισκε υποτίθεται η αστυνομία με τρέχανε πάνω στο ποδηλατάκι.  Εγώ ξεκαρδιζόμουν στα γέλια ή τσίριζα όταν παίρναμε τις απότομες στροφές με κίνδυνο να πέσω από το ποδηλατάκι και να γίνω κομμάτια. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που έπεσα, αλλά κομμάτια δεν έγινα ποτέ. Μόνο μερικά χτυπήματα στα γόνατα και στους αγκώνες αποκτούσα. 

Τότε με αναλάμβανε πάλι η αδελφή μου που ήθελε τώρα να μου αλλάξει ρόλο στα παιχνίδια της, να παίξω εγώ τον άρρωστο ή τον τραυματία και να παίξει αυτή τη νοσοκόμα ή τη γιατρό. Πάντως ότι και να ήθελε να παίξει το γεγονός ήταν ένα: μου μπαντάριζε τα τραύματα.

Αυτά τα τρελά παιχνίδια του αδελφού μου και της παρέας του πολύ μου άρεζαν κι' ας τραβούσα όσα τραβούσα. Στο κάτω – κάτω αγόρι ήμουν κι’ εγώ.

Τα παιχνίδια που δεν τα έκανα καθόλου κέφι ήταν τα παιχνίδια της αδελφής μου Αυτά που έπαιζε μαζί μου. Τότε έπαιζα το ρόλο της ζωντανής της κούκλας. Της νύφης,

Ήμουν η κούκλα της αδελφής μου που είχε τη μανία να την ντύνει «νύφη».

Στο παιχνίδι συμμετείχε πολλές φορές και η φιλενάδα της η Ελισάβετ, η Βέτα.

Μ’ ανέβαζε πάνω στον καναπέ και άρχισε να με στολίζει: Ένα άσπρο τραπεζομάντηλο για πανωφόρι, μια παλιά κουρτίνα για πέπλο (με ουρά), ένα τούλι… ότι εύρισκε εύκαιρο. Είχε ξετρυπώσει και το κουτί με τα στέφανα και τα νυφικά γάντια της μάνας μου. Μου φορούσε τα γάντια, που ήταν όμως πολύ μεγάλα για τα χεράκια μου και συνήθως μου πέφτανε. Η αδελφή μου στεκόταν δίπλα μου, παίζοντας το γαμπρό και… «τελούσαμε τους γάμους μας», με κουμπάρα την Ελισάβετ που μας άλλαζε τα στέφανα. Μερικές φορές γινόταν "γαμπρός" η Ελισάβετ και κουμπάρα η αδελφή μου.

«Κράτα γερά την ανθοδέσμη για να μη σου βγαίνουν τα γάντια.» μου έλεγε, ανάμεσα από τους ψαλμούς και το «Ησαΐα χόρευε…», γιατί παράλληλα με το ρόλο του γαμπρού είχε και το ρόλο του ιερέα.

Εγώ έσφιγγα την ανθοδέσμη, για να μη μου φύγει το γάντι, έσφιγκα και το άλλο μου χέρι σε μπουνιά, όχι για να μη μου φύγει και το άλλο γάντι, αλλά από τσαντίλα.  Πάντως από το ρόλο της νύφης δεν μου έμεινε κανένα κουσούρι....

....Ήμασταν λοιπόν μια πενταμελής ευτυχισμένη οικογένεια, με έναν ευτυχισμένο σκύλο, μια ευτυχισμένη γάτα και με μερικές κότες, που όμως είχαν ψοφίσει. Α ναι… είχαμε και έναν κόκορα.

....Τρία χρόνια και μερικούς μήνες έμεινε ο αδελφός μου στο κρεβάτι κι' αυτά τα τρία χρόνια εγώ ήμουν ο ταχυδρόμος του. Ο φτερωτός Ερμής, ο ταχυδρόμος του θεού Έρωτα.

Κάθε λίγο και λιγάκι μου έδινε ένα ή δύο φύλλα χαρτί διπλωμένα στα τέσσερα.

"Θα το πας;" με ρωτούσε, χωρίς να μου πει πού. Ήξερε ότι ήξερα ποιος ήταν ο παραλήπτης. Και γιατί με ρωτούσε; Αφού ήξερε ότι θα το πάω.

Χτυπούσα την πόρτα της Νικολέτας και αμέσως έφευγα και κρυβόμουν στο στενό. Μπορεί να μην άνοιγε η ίδια την πόρτα και τότε τί θα έπρεπε να πω;

"Καλημέρα, σας κομίζω μια ερωτική επιστολή του αδελφού μου για την κόρη σας". Ντροπής πράματα, Τέτοια πράματα δεν λέγονται.

Όταν άνοιγε  η ίδια και δεν έβλεπε κανέναν, ήξερε που θα με βρει. Αν άνοιγε κάποιος άλλος και της έλεγε "Δεν ήταν κανείς, κανένας αλήτης θα χτύπησε", πάλι ήξερε και ποιος ήταν ο αλήτης και που θα τον εύρισκε. Της έδινα το ραβασάκι και τις πιο πολλές έπαιρνα το δικό της.. Ποτέ μου δεν άνοιξα να διαβάσω τί έγραφε ο ένας στον άλλο, ούτε και προσπάθησα να φανταστώ τι μπορεί να έγραφαν. Η αλληλογραφία της καρδιάς, τα ραβασάκια δυο ανθρώπων που αγαπιούνται, τα μηνύματα της αγάπης είναι τα πιο απόρρητα μηνύματα του κόσμου....

....Το τελευταίο ραβασάκι με παραλήπτη τη Νικολέτα δεν είχε αποστολέα τον αδελφό μου, αλλά τη μάνα μου.

Η πονηρή αλεπού, η μάνα μου, όλα τα καταλάβαινε και όλα τα ήξερε. Η μυστικότητα της ερωτικής αλληλογραφίας που διεκπεραίωνα ήταν μόνο για τα προσχήματα.

Ένα πρωί, φεύγοντας για το σχολείο, μου έδωσε ένα φάκελο που απ' έξω δεν έγραφε τίποτε.

"Μπορείς να το δώσεις αυτό στη Νικολέτα;" με ρώτησε. Έπεσα από τα σύννεφα. Τί να είχε μέσα; Με έτρωγε η περιέργεια. Στο δρόμο το άνοιξα και διάβασα το γράμμα.

Ήταν η εποχή που όλοι προσευχόμασταν για το θαύμα. Οι γιατροί είχαν προδιαγράψει το θάνατο. Ο τεχνητός νεφρός, το μηχάνημα της αιμοκάθαρσης, που μερικά χρόνια αργότερα άρχισε να σώζει τις ζωές ανθρώπων που είχαν την ίδια πάθηση με τον αδελφό μου βρισκόταν ακόμη στα πρώτα πειραματικά στάδια. Έκαναν πειράματα με ποντίκια.

Δεν υπήρχε κανένα μέσο για να καθαρίσει το αίμα του αδελφού μου. Το αίμα που από μέρα σε μέρα γινόταν δηλητήριο, γινόταν τοξικό κι' αντί να τον θρέφει τον σκότωνε.

Μόνο ένα θαύμα μπορούσε να τον σώσει. Ένα θαύμα από το Θεό. Ίσως και ένα θαύμα από το θεό Έρωτα.

Αν μπορούσε η δόλια η μάνα μου και την ψυχή της θα πουλούσε στο διάβολο για να σώσει τον μεγάλο της γιό. Η επίκληση του θεού Έρωτα ήταν πταίσμα.

Με τα κολλυβογράμματά της έγραφε:

"Αγαπητή Νικολέτα, Πιστεύω ότι μια επίσκεψη σου στο γιό μου θα του έδινε χαρά".

Την καλούσε στο σπίτι μας. Ίσως ο θεός έρωτας να έκανε το θαύμα του.

Επόμενο απόσπασμα
Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα