Προηγούμενο
απόσπασμα
Επόμενο
απόσπασμα
Τρεις + 1 μικρές ιστορίες
 "Το ταξίδι"​ 

Αποσπάσματα

​ •  Εκείνο το βράδυ ήταν περασμένες εννιάμιση όταν έκλεισε τον υπολογιστή του και σηκώθηκε μουδιασμένος από το γραφείο του....

•  Στο μπαρ δεν είχε πολύ κόσμο. Μάλλον ελάχιστοι ήταν οι θαμώνες.  Ήταν νωρίς ακόμη.

Ο Γιάννης πλησίασε και σκαρφάλωσε, όχι στο διπλανό σκαμπό, αλλά στο παραδιπλανό.  Έτσι για λόγους τακτ, άφησε μια άδεια θέση ανάμεσά τους.

     «Johnnie Walker με πολύ πάγο».  Είπε στον μπάρμαν.

Μετά περιεργάστηκε την γειτόνισσά του στο παραδιπλανό σκαμπό.

Ξανθιά, με όμορφα γαλάζια μάτια, μακιγιαρισμένη πολύ επιδέξια. Η μυτούλα της ελαφρά γυριστή προς τα πάνω. Χείλη καλογραμμένα, λαχταριστά.  Η φάτσα της δεν θύμιζε  Ελληνική ομορφιά. Είχε κάτι λίγο βόρειο...

​•   «Που πάμε»; ρώτησε τη Στάσια κι εκείνη σήκωσε ναζιάρικα τους ώμους χωρίς να πει τίποτε, αλλά εννοώντας πολλά.

    «Ντεν ξέρω, Όπου να ‘ναι.  Εσύ αποφασίζει». 

Μετά χαϊδεύτηκε στο δερμάτινο κάθισμα του αυτοκινήτου, άγγιξε με τα ακροδάχτυλά της την ξύλινη τριανταφυλλένια επένδυση του ταμπλό και είπε.

    «Πολύ ωραίο αυτοκίνητο.  Είσαι πλούσιος Γιάννη;»....

 •   Σηκώθηκε και πήγε κοντά στο στέρεο. Δεν άφησε τον Τσαϊκόφσκι να στροβιλίζεται για πολύ ακόμη στο πλατό του πικ-απ.

Καλή η κλασσική μουσική. Ανεβάζει τα συναισθήματα, αλλά τη λίμπιντο τη σκοτώνει. Την κάνει θρύψαλα.  Το ήξερε αυτό ο Γιάννης από τις ατελείωτες συζητήσεις με τους φίλους του....

•   Η ερωτική μουσική πλημμύρισε το δωμάτιο.

    «Χορεύουμε»;

Χόρεψαν… Και μετά… βρέθηκαν να κυλιούνται στο πάτωμα, μετά στον καναπέ και τέλος στο κρεβάτι. Εκεί τους βρήκε το πρωί ξέπνοους από την ολονύχτια σπονδή στις θεότητες του έρωτα.   Το πικ-απ έπαιζε ακόμη: «Τουκ – τουκ – τουκ» , καθώς η βελόνα σερνόταν πάνω στις ατέρμονες αυλακιές, κοντά στο κέντρο του δίσκου.....

​•   «Τί; Φεύγετε; Μα εσύ μου είπες ότι»

    «Σου είπα ότι ντεν ξέρω.  Ντεν εξαρτάται από μένα. Άλλο αποφασίζει. Τα αφεντικά».  Και σκούπισε ένα δάκρυ της πριν καλά - καλά ξεστρατίσει από το μάτι και της χαλάσει το μακιγιάζ....

•   Λίγα χιλιόμετρα πριν από τις Σέρρες η διασταύρωση προς τα αριστερά.  Η πινακίδα έγραφε: «Βουλγαρία 38» .

Ο Γιάννης διάβασε: «Στάσια 38»....

​•    Στη μπροστινή πόρτα με μεγάλα άσπρα γράμματα έγραφε POLICE και ένας μπλε φάρος αναβόσβηνε ράθυμα στην οροφή του.   Ένας τεράστιος αστυνομικός, μεγαλόσωμος σαν τον Γολιάθ, στεκόταν όρθιος, έξω από το αυτοκίνητο, κοντά στην πόρτα του οδηγού.  Στο χέρι του κρατούσε κάτι σαν γκλοπ.  Έκανε σινιάλο στο Γιάννη να σταματήσει.  Ο Γιάννης υπάκουσε.

•   Στη μπροστινή πόρτα με μεγάλα άσπρα γράμματα έγραφε POLICE και ένας μπλε φάρος αναβόσβηνε ράθυμα στην οροφή του.   Ένας τεράστιος αστυνομικός, μεγαλόσωμος σαν τον Γολιάθ, στεκόταν όρθιος, έξω από το αυτοκίνητο, κοντά στην πόρτα του οδηγού.  Στο χέρι του κρατούσε κάτι σαν γκλοπ.  Έκανε σινιάλο στο Γιάννη να σταματήσει.  Ο Γιάννης υπάκουσε.

•   Ο Μεγαλόσωμος τον έσπρωξε προς τα πίσω, τον ελευθέρωσε από το κράτημα του, ενώ εξακολουθούσε να τον σημαδεύει με το πιστόλι και με την βροντερή του φωνή είπε:

    «Φύγκε».    

    «Και το αυτοκίνητο»;  Ψέλλισε ο Γιάννης.

   «Φύγκε σου λέω. Φύγκε»... Δεν τολμούσε να πιστέψει αυτό που του συνέβαινε.  Του πήραν τα λεφτά, τις πιστωτικές κάρτες, το κινητό και… του έπαιρναν και το αυτοκίνητο. Αν είναι δυνατόν! και το αυτοκίνητο…

​ •   Δέκα χρόνια αργότερα….  Βρε πώς περνούν τα χρόνια. Τρέχουν σαν το νερό μες’ στο ρυάκι. Τρέχουν και παρασέρνουν τα πάντα. Καλές στιγμές… Κακές στιγμές… Όλα τα παίρνουν μαζί τους, τα ξεπλένουν. Τα ξεθωριάζουν.....

•   Πλησίαζαν οι γιορτές  των Χριστουγέννων και η παράσταση δινόταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Τα έσοδα θα πήγαιναν σε ένα ίδρυμα για παιδιά.  Το έργο κάλυπτε όλες τις ηλικίες. Παιδιά, έφηβους αλλά και ενήλικες. Η προσέλευση ήταν μεγάλη….

«Γιάννη».  Μια γυναικεία φωνή. Γύρισε να δει ποια ήταν αυτή η φωνή και έμεινε άναυδος.

«Στα… Στάσια»!  κατόρθωσε να ψελλίσει όταν ξαναβρήκε την φωνή του.

Προηγούμενο
απόσπασμα
Επόμενο
 απόσπασμα