Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα
"Π για Παρελθόν, για Παρόν, για Πάντα και Ποτέ"
(Αποσπάσματα - Σελίδα 2η από 6)

Η αγάπη του γι' αυτήν βλάστησε σιγά - σιγά, χρόνο με τον χρόνο, τράνεψε. Μετά ήρθε κι' ο έρωτας· ο πόθος.

Ήρθε;  Μόνο σ' αυτόν ήρθε. Της το είπε:

"Σ' αγαπώ. Θέλεις να είσαι η γυναίκα μου; Ο σύντροφός μου σε όλα;" 

Ίσως και να την ξάφνιασε. Να την τρόμαξε γιατί την ίδια στιγμή την έχασε για πάντα.

"Πιο καλά δεν είμαστε έτσι; Δυο καλοί φίλοι. Γιατί να χαλάσουμε τη φιλία μας με έρωτες. Πιο καλά να μείνουμε δυο φίλοι".

Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί δύο ερωτευμένοι άνθρωποι δεν μπορεί να είναι και φίλοι. Λες και ο έρωτας ήταν ένα πεδίο μάχης που προσπαθούσε ο ένας να εξοντώσει τον άλλο. Ακατανόητα πράγματα.

Την έχασε. Η "φίλη" του δεν τον απέφευγε, αλλά την απέφευγε ο ίδιος, Του ήταν αδύνατον να την βλέπει μόνο σα "φίλη" και η φίλη του να ερωτοτροπεί με έναν φίλο του.

Έμεινε μόνος, με την πίκρα της χυλόπιτας και το κάψιμο. Ένα κάψιμο που έφτασε βαθειά μες στην ψυχή του. Την τσουρού-φλισε . Την άλλαξε. Έκαψε κάθε τι ρομαντικό βρισκόταν μέσα της. Έγινε κυνικός. Έγινε ο "εραστής", ο οπαδός του πρόσκαιρου, του ανώδυνου έρωτα.

Η συναλλαγές του πάντως ήταν τίμιες. Έδινε ένα κορμί και εισέπραττε ένα κορμί. Έδινε σεξ και πληρωνόταν με το ίδιο νόμισμα. Η αγάπη; Ποτέ δεν είπε "σ' αγαπώ" γιατί το νόμισμα αυτό ήταν πολύτιμο. Φτάνει η μια φορά που είχε πάει στράφι. Το "σ' αγαπώ" το φύλαγε· το τσιγκου-νευόταν. Το αποταμίευε. Μέχρι πότε; Και πόσο;  Άντεχε ακόμη ο αποταμιευτήρας της καρδιάς του.

Δεν άφηνε ούτε μια σταλιά συναίσθημα να διεισδύσει στις εφήμερες σχέσεις του. Αν αντιλαμβανόταν ότι πάει να γίνει ένα τέτοιο "κακό", έστριβε στη πρώτη γωνία και εξαφανιζόταν. Στην επόμενη γωνία σίγουρα θα τον περίμενε μια άλλη γυναίκα.

Μέσα σ' αυτά τα χρόνια της κραιπάλης του, ήρθε και η καταιγίδα. Η θύελλα που σαρώνει τα κορμιά. Που τα εξαϋλώνει. Που τα καταστρέφει. Η σάρκα για τη σάρκα.

Σαν τη μορφή μέσα από το έργο ενός ζωγράφου είχε εμφανιστεί μπροστά του. Μια μυθική μορφή βγαλμένη από μια ζωγραφιά ενός ερωτικού, ίσως και διεστραμμένου ζωγράφου. Διεστραμμένου όσο και η σχέση τους.

Η "σχέση" τους; Ας μην καταστρέφουμε τη λέξη "σχέση".

Διεστραμμένου όσο και το σμίξιμό τους. Ναι: ένα παράλογο, ένα ανεξέλεγκτο σμίξιμο. Ίσως και ανήθικο.

Ανήθικο; Γιατί ανήθικο; Τι σχέση μπορεί να έχει η ένταση με την ηθική.

Η χημεία που τους είχε ενώσει ήταν έξω από οποιο-δήποτε χημικό κανόνα, πέρα από κάθε χημική φόρμουλα.

Τα στοιχεία του έρωτά τους δεν υπήρχαν σε κανέναν περιοδικό πίνακα. Ίσως να υπήρχαν σε κάποιο άλλο κόσμο. Σε έναν κόσμο άγνωστο, παράλογο και καταστροφικό....

....Βεβαιώθηκε ότι τα κλειδιά του ήταν στην τσέπη του και τράβηξε την πόρτα του διαμερίσματός του για να  την κλείσει. Κάλεσε το ασανσέρ. Ευτυχώς λειτουργούσε το ρημάδι. Ευχήθηκε να λειτουργεί και όταν θα επέστρεφε, "φορτωμένος" με τα τσιγάρα.

Το να κατέβει με τα πόδια από τον τέταρτο όροφο στο ισόγειο του ήταν σχετικά εύκολο, αλλά… το να ανέβει με τα πόδια… μεγάλο πρόβλημα. Αν δεν λειτουργούσε το ασανσέρ θα είχε να αντιμετωπίσει ένα μεγάλο δίλημμα: "Πώς ανεβαίνεις;" Ή "Πώς δεν καπνίζεις". Ευτυχώς λειτουργούσε. Κατέβηκε και βγήκε στο δρόμο.

Η Φθινοπωρινή βραδιά ήταν πολύ γλυκιά. Ο Νοέμβρης πλησίαζε στο τέλος του, αλλά η καλοκαιρία καλά κρατούσε ακόμη.

Την είδε καθώς εκείνη διέσχιζε διαγωνίως το δρόμο, από το απέναντι πεζοδρόμο και βρέθηκε τρία - τέσσερα μέτρα μπροστά του. Την είδε. Ένα κορίτσι, μια νέα γυναίκα. Κάτι του θύμισε το σουλούπι της και την πρόσεξε πιο πολύ.

"Beardsley"[, συλλογίστηκε, όπως και τότε.

Θυμήθηκε ότι κάπου πρέπει να έχει χαντακωμένο ένα άλμπουμ με ζωγραφιές του Άγγλου ζωγράφου. Πού όμως;  Ούτε που θυμόταν πού μπορεί να ήταν. Χρόνια και χρόνια είχε να το δει και να το ξεφυλλίσει. Πάντως κάπου στη βιβλιοθήκη του θα ήταν.

Οπωσδήποτε όμως οι ζωγραφιές θα υπήρχαν και σε κάποια ξεχασμένη γωνιά του μυαλού του και η θέα αυτού του κοριτσιού τις ανακάλεσε. Φρέσκες· όπως τότε, στα φοιτητικά του χρόνια που αφοσιωνόταν με τις ώρες στις ερωτικές εικόνες με τις οστεώδεις μορφές που κυριαρχούσαν στις ζωγραφιές του Beardsley.

Γιατί; Ίσως οι μορφές εκείνες να του προκαλούσαν τον ερωτισμό του. Ίσως.

Μαζί με τις ζωγραφιές του Beardsley θυμήθηκε και τον Paul.  O Paul ήταν ο άνθρωπος που τον είχε φέρει σε επαφή με τον Beardsley. Όχι φυσικά με τον ίδιο. Ο Beardsley είχε πεθάνει το 1898. Πού να τον βρει ο Paul να του τον συστήσει. Του έδειξε όμως τις ζωγραφιές του....

....Έδιωξε από τα μυαλό του, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, τον Paul. Εξάλλου δεν ήταν αυτός το φλέγον θέμα. Το φλέγον θέμα ήταν η μορφή που βγαλμένη απ' τις ζωγραφιές του Beardsley και φερμένη από το παρελθόν προχωρούσε τώρα μπροστά του.

Από πίσω, όπως την έβλεπε, ήταν ακριβώς η ίδια.

Μόνο τα ρούχα ήταν διαφορετικά, αν και τα χρώματα ήταν ίδια κι' αυτά, αλλά ανάποδα… το πάνω κάτω.

Ένα μαύρο μπουφάν, σαν δερμάτινο έμοιαζε, που άρχιζε λίγο κάτω από τα κατάμαυρα κοντοκομμένα μαλλιά της και τελείωνε λίγο πιο πάνω από τη μέση της. Μια ανοιχτόχρωμη γκρίζα μίνι φούστα, σχεδόν άσπρη, που άρχιζε από τη μέση και τέλειωνε αρκετά πάνω από το γόνατο. Από 'κει και κάτω… τα δυο τσάκνα, τα πόδια της, μέσα σε άσπρο καλτσόν κατέληγαν σε δυο μαύρα γοβάκια. Απόρησε: Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν τόσο στενά καλτσόν που να εφαρμόζουν σε τόσο αδύνατα, λεπτά πόδια!  Πάντως τα υπερβολικά λεπτά πόδια της δεν παρουσίαζαν καμιά δυσαρμονία με το υπόλοιπο κορμί της, με τη συνολική της εμφάνιση. Έτσι, αδύνατη, πετσί και κόκαλο ήταν από τη κορφή μέχρι τα νύχια. Από πίσω, όπως την έβλεπε, ήταν ακριβώς ίδια. Καμιά διαφορά. Η οπτική εντύπωση ήταν η ίδια όπως και τότε. Τότε που την είχε πρωτοσυναντήσει. Και τότε από πίσω την είχε πρωτοδεί. Η περιέργειά του φούντωσε. Την πήρε στο κατόπι και την εξερευνούσε

"Κοίτα ρε πως της μοιάζει! Από πίσω τουλάχιστον είναι ολόιδια"

Όμως… κάτι παράξενο συνέβαινε.

Με το χρόνο; Απίθανο. Όχι. Το τώρα ήταν "τώρα" και το τότε ήταν "τότε". Μόνο η μορφή της ήταν ίδια. Ακριβώς ίδια. Αλλά πώς; Πώς από το "τότε" είχε βρεθεί στο "τώρα", στο σήμερα; Και πώς "τώρα" ήταν η ίδια όπως ήταν "τότε;"

Το τότε; Το τότε ήταν σαράντα πέντε χρόνια πριν.

Θυμήθηκε την πρώτη φορά που τη συνάντησε. Την πρώτη φορά που την είδε. Έτσι… Περπατούσε μπροστά του. Αυτός την περιεργαζόταν από πίσω, μέχρι που εκείνη είχε σταματήσει σε μια βιτρίνα. Τότε την είχε πλησιάσει. Τότε είχε δει τη μορφή της. Τότε της μίλησε.

Η κοπέλα σταμάτησε για να χαζέψει στη βιτρίνα ενός μαγαζιού με γυναικεία τζιτζιλι-μιτζιλί.

"Μήπως είναι κόρη της;"Αναρωτήθηκε:​

Μεσα στη ζαλάδα της είχε κάνει λάθος.  Δυο στάσεις λάθος. Είχε ξεχαστεί και δεν κατέβηκε στη σωστή στάση του λεωφορείου.

"Λίγος ποδαρόδρομος δεν έβλαψε κανέναν", σκέφτηκε και πήρε το δρόμο για το σπίτι της. Πρώτη φορά περνούσε από αυτό το δρόμο. Υπήρχαν πολλά μαγαζιά με τις βιτρίνες τους ολόφωτες. Θα έκανε λίγο χάζι. Εξ άλλου δεν βιαζόταν και η Φθινοπωρινή βραδιά ήταν πολύ γλυκιά. Ο Νοέμβρης πλησίαζε στο τέλος του, αλλά η καλοκαιρία καλά κρατούσε ακόμη....

Και πώς να μη ξεχαστεί μέσα στο λεωφορείο με τόσα και τόσα που βασάνιζαν το μυαλό της;

Ξεμάκρυνε από τη βιτρίνα που είχε σταματήσει για να χαζέψει, με δυο σκέψεις στο μυαλό της. Η μία αφορούσε το παρόν:

"Μα γιατί με κοιτάζει τόσο επίμονα ο τύπος;"

Η δεύτερη αφορούσε το παρελθόν. Το σχετικά πρόσφατο παρελθόν.

"Μήπως δεν έκανα καλά που έφυγα από την Κοζάνη;

"Καλά έκανα. Η Κοζάνη με έπνιγε. Σίγουρα δεν θα μπορούσα να ζήσω εκεί".  Συνέχισε να προχωράει....

Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα