Saint Saens - Rondo capricciozo -
00:00 / 00:00
- Εσπερινοί - Μ.Χατζιδάκης
00:00 / 00:00
Σκαλκώττας - 5 Ελληνικοί χοροι -
00:00 / 00:00
Επόμενο απόσπασμα
"Ζωζώ - δύο ιστορίές"
Αποσπάσματα - Σελίδα 1η από 6)

Απόσπασμα από την εισαγωγή

Η ΖΩΖΩ αφηγείται την προσωπική της ΙΣΤΟΡΙΑ, τα βιώματά της και τα γράφει με όρθια (Normal) γραφή

Βλέπει όμως, αφηγείται, κρίνει και σχολιάζει και την άλλη ΙΣΤΟΡΙΑ. Την ιστορία της πατρίδας της. Της. χώρας που γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε, και την ιστορία αυτή τη γράφει με πλάγια (Italic) γραφή.

Αντί προλόγου

Δεν έχω τι.

Να προλογίσω για τα παιδικά μου χρόνια;  Μ’ αυτά αρχίζει η ιστορία μου. Μ’ αυτά αρχίζουν τα δύσκολα.

Αντί για πρόλογο θα κάνω μόνο μια αφιέρωση:

Όσα παρακάτω γράφω τα αφιερώνω με όλη την αγάπη μου σε τέσσερεις ανθρώπους.

Στον Θανάση τον περιπτερά.

Στον Νικολάκη τον φωτογράφο

Στον κυρ-Χρήστο τον κηπουρό και

Στον κύριο Απόστολο. Όχι στο γέρο μου. Στον άλλο.

Οι δύο πρώτοι είναι οι μόνοι άνθρωποι, οι μόνοι αρσενικό που με είδαν και με αντιμετώπισαν σαν άνθρωπο και όχι σαν γκομενάκι για πήδημα.

Οι άλλοι δυο είναι αυτοί που με βοήθησαν να σταθώ στα πόδια μου και ύστερα να ανέβω.

Ας είναι όλοι τους καλά, όπου κι’ αν είναι.

Ζωζώ ή αλλιώς: Πολυζώη Παυλίδη

Αποσπάσματα

Βράζανε τα καζάνια με τα νερά, οι σκάφες τίγκα στη σαπουνάδα και στα λουλάκια. Τα μπουγαδόσχοινα απ’ άκρη σ’ άκρη στην αυλή, δεμένα από τα δέντρα και στηριγμένα ανάμεσα με τα τσατάλοξυλα να μην κοιλιάσουν τα σχοινιά και ακουμπήσουν τα ασπροσέντονα στο χώμα και μαγαριστούν.

Ανέμιζαν κρεμασμένα απ’ τα σχοινιά τα σεντόνια, οι μαξιλαροθήκες, τα σουτιέν, οι κυλόττες και τα σώβρακα, παρέα με πουκαμίσες νυχτικά και φανέλες.

«Μα τόσα πολλά ρούχα είχατε;» θα με ρωτήσετε.

«Μακάρι να ’χαμε, αλλά πού!»

Η μάνα μου ήταν εργολάβισσα μπουγαδιάστρα.

Μάζευε τα ρούχα των εργένηδων, και των νοικοκυράδων της γειτονιάς, που τη βαριόταν την μπουγάδα και για πέντε – δέκα ψευτοπαράδες ξενυχιαζόταν στο τρίψε – τρίψε μέχρι να φύγουν οι λεκέδες, οι νταγκιασμένες λίγδες του γιακά και το ξεραμένο σκατό απ’ τα σώβρακα.

Πάντως καλά που έκανε κι’ αυτή τη δουλειά η μάνα μου και τρώγαμε κανένα πιάτο φαΐ και κανένα ξεροκόμματο, γιατί αν περιμέναμε από τον προκομμένο τον κυρ-Αποστόλη, τον πατέρα μου δηλαδής, θα τα ‘χαμε τινάξει όλοι.

Το μόνο που τον ένοιαζε εκείνον ήταν το πιοτί και το μουνί. Όχι δηλαδής πως κατάφερνε τίποτε με το δεύτερο, αλλά να έτσι…

Όταν αντάμωνε καμιά βυζαρού ή καμιά κωλαρού το έπαιζε τάχα σπουδαίος και με τη γλώσσα μπερδεμένη απ’ το κρασί, της τα ‘ριχνε.

«Να σε βάνω κάτου μάνα… κιχ… μανά κιχ … μανάρα μου … να πεις το Δεσπότη Παναγιώ… κιχ… Παναγιώτη» και «μπουμ» κουτούλαγε σε κανένα δέντρο ή σε καμιά κολώνα του ηλεκτρικού, γιατί καθώς έστρεφε το κεφάλι να δει τη γκόμενα, και με το λόξιγκα της μέθης να τον ταλανίζει, έχανε το μπούσουλα και σωριαζότανε και καμιά φορά φαρδύς – πλατύς στις πλάκες του πεζοδρομίου.

Τέτοιος προκομμένος ήταν ο κύρης μου.

Μια φορά έτυχε να είναι ξεμέθυστος και τότες την πλήρωσα εγώ τη νύφη.

Πότε έγινε αυτό; Μα στα βαφτίσια μου ήτανε. Ρώτησε λοιπόν ο παπάς:

«Και το όνομα αυτής;»

Μες’ στην πνευματική διαύγεια του ο μπαμπάς μου, ξεμέθυστος είπαμε ήτανε, θυμήθηκε το όνομα της μάνας του και το ξεφούρνισε.

«Πολυζώη», φώναξε και έτσι έγινα κι’ εγώ Ζωζώ....

....Έσπαγε ο διάολος το ποδάρι του και μερικές μέρες, έτσι τελείως αναπάντεχα, δεν είχαμε σχολείο.

Θυμάμαι όταν πήγαινα στην πέμπτη τάξη. Ήταν Οκτώβρης και τα σχολεία είχανε δεν είχανε ένα μήνα που είχαν ανοίξει. Πήγαμε το πρωί, χτύπησε το κουδούνι όπως κάθε μέρα, κάναμε γραμμές και αμέσως μετά την προσευχή, ο κύριος Διευθυντής μας είπε:

«Σήμερα είναι ημέρα Εθνικού πένθους. Χθες το βράδυ απεβίωσε ο Πρωθυπουργός της χώρας Αρχιστράτηγος… Παπαγάλος… Παπάγος (πως ακριβώς τον είπε δε θυμάμαι), γι’ αυτό σήμερα δε θα κάνουμε μάθημα. Να γυρίσετε ήσυχα – ήσυχα στα σπίτια σας».

«Τί θα πει απεβίωσε;» ρώτησα σε ένα παιδί της έκτης τάξης που ήταν στη διπλανή γραμμή.

«Πέθανε καλέ. Πέθανε θα πει», μου έλυσε την απορία.

Πάντως μόνο ήσυχα δε γυρίσαμε στα σπίτια μας. Το τι τραγούδι ρίξαμε στο δρόμο δε λέγεται.

«Πέθανε ο παπαγάλος, τι ωραία τι καλά

Μάθημα δεν κάνουμε και περνάμε μια χαρά».

Τα στιχάκια τα είχε σκαρώσει ο Γρηγοράκης που ήταν μανούλι στο να πλέκει στιχάκια. Ίσως γιατί ο μπαμπάς τους ήταν ψάλτης στην εκκλησιά. Τώρα δεν ξέρω αν το ταλέντο του αυτό το χρωστούσε στον μπαμπά του ή όχι, αλλά… πάντως ο μπαμπάς του ψάλτης ήτανε.

Κι’ εγώ όλο σκεφτόμουν:

«Τι καλά να πεθαίνει από ένας Αρχιστράτηγος κάθε μέρα» και ρώτησα τον Νικολάκη που περπατούσε δίπλα μου.

«Νίκο… πόσους Αρχιστράτηγους έχουμε;» αλλά δεν ήξερε να μου πει.

Η άτιμη η φύση. Λες και βιαζόταν να με κάνει ότι έγινα, όμορφη δηλαδής, ζουμερή και ξεμυαλίστρα, από μικρή με προίκιζε και με το παραπάνω.

Στα έντεκα μου χρόνια και στα δώδεκα μου, στις τελευταίες τάξεις του σχολειού, ήμουν σχεδόν γυναίκα. Και ‘κείνος ο μουρντάρης ο καινούριος ο δάσκαλος, όλο πάνω στο θρανίο μου ερχόταν να ξυστεί. Και… όλο με ρωτούσε:

«Πώς τα πάμε Ζωζώ;» και «Το κατάλαβες το πρόβλημα; ή να σε βοηθήσω λίγο;» και δως’ του να τρίβει το παντελόνι του πάνω στο θρανίο μέχρι που στο τέλος το τρύπησε. Αμ δεν ήθελε να με βοηθήσει. Άλλο πράμα ήθελε, αλλά … φόβος φυλάει τα έρημα. 

Και την άλλη χρονιά, στην έκτη τάξη, πάλι δεν κάναμε μια μέρα μάθημα. Πάλι ημέρα Εθνικού πένθους ήτανε. Όμως δεν είχε πεθάνει κανένας Αρχιστράτηγος αυτή τη φορά. Ο κύριος Διευθυντής μας είπε πάλι γιατί δε θα κάναμε μάθημα.

Στη Κύπρο,είπε, οι Εγγλέζοι οι κατακτητές είχαν σκοτώσει μερικούς μαθητές ενός σχολείου. Είχανε λέει βγει τα παιδιά στους δρόμους, τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο «Σε γνωρίζω από την όψη του σπαθιού την τρομερή…» και φώναζαν «ΕΝΩΣΗ – ΕΝΩΣΗ».

Οι Εγγλέζοι στρατιώτες βγήκαν να τους σταματήσουν και άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα, αλλά μερικά παιδιά σκοτώθηκαν, λες και ήταν πουλιά, και πετούσαν στον αέρα.

Μας έβαλε ο κύριος Διευθυντής και τραγουδήσαμε όλοι μαζί τον Εθνικό Ύμνο και μετά γυρίσαμε στα σπίτια μας. Κι’ αυτήν τη φορά δεν τραγουδούσαμε στο δρόμο. Ήμασταν όλοι σκυθρωποί και κατσούφηδες, γιατί δεν είχε πεθάνει κανένας Αρχιστράτηγος. Παιδιά σαν κι’ εμάς είχαν πεθάνει.

Για Γυμνάσιο; Ούτε λόγος να γίνεται. Μια χρονιά μετά που τέλειωσα το Δημοτικό πήγα και έπιασα δουλειά.

Ξεκίνησα από το μοδιστράδικο της χήρας της κυρά-Λαμπρινής, μα δε στέριωσα για πολύ. Ούτε έναν χρόνο δεν έκλεισα. Ξεμυάλιζα λέει το γιό της που πήγαινε Γυμνάσιο και δεν τον άφηνα λέει να διαβάσει κι’ όλο στη τουαλέτα τον έβρισκε, λες και τον είχε πιάσει κόψιμο. Μού ‘δωσε το λοιπόν τα παπούτσια στο χέρι....

Μα είμαστε στα καλά μας; Τί έφταιγα εγώ αν αυτό ήταν μαλακισμένο; Τί να πεις όμως; Έτσι είναι η ζωή: Άλλος πίνει κι’ άλλος τρώει κι’ άλλος τζερεμέ πλερώνει.

Μετά πήγα και δούλεψα στου κυρ-Μηνά που ‘χε την αντιπροσωπεία με τα τσιγάρα και το πρακτορείο των εφημερίδων.

Άμα δουλειά κι’ αυτή. Ξυπνούσα άγρια χαράματα να πάω να ξεχωρίσω τις εφημερίδες, ποιες θα πάρει ο κάθε διανομέας να πάει να τις μοιράσει, και μετά έβαζα τις παραγγελίες τα τσιγάρα σε χατροκούτια, να τα πάρουν τα παιδιά σαν γύριζαν απ’ το μοίρασμα των εφημερίδων, να τα πάνε στα μαγαζιά και στα περίπτερα.

Τί να κάμω όμως; καλή – κακή η δουλειά, δουλειά ήταν και την είχαμε ανάγκη....

...Την είχαμε λοιπόν ανάγκη τη δουλειά μου, γιατί τα χέρια της μάνας μου δεν την άντεχαν άλλο την μπουγάδα. Ποια μπουγάδα δηλαδής, μήτε ένα ποτήρι νερό δεν μπορούσε να σηκώσει να πιει η καημένη. Μήτε πιάτα να πλένει, μήτε τίποτες. Είχανε στραβώσει τα δάχτυλα των χεριών της και την πονούσανε… ούρλιαζε από τον πόνο η δύστυχη και όλο τα έχωνε κάτω απ’ τα φουστάνια της, μπας και ζεσταθούν και της περάσει ο πόνος. Να δεις πως το είχε πει ο γιατρός… Παραμορφωμένη αρθριτική, … κάπως έτσι.

Εγώ ήμουν και ο κουβαλητής του σπιτιού, σιγά τα πολλά που κουβαλούσα δηλαδής με τα λίγα λεφτά που έπαιρνα, και η νοικοκυρά και απ’ όλα. Παιδικά χρόνια σου λένε μετά.....

.....Στο μεταξύ, πάνω στα δυο χρόνια που είχα πιάσει δουλειά στου κυρ-Μηνά, πέθανε και ο γέρος μου. Έσκασε το σκώτι του από το πολύ πιοτό. Τον βρήκαν ξαπλωμένο μέσα σ’ ένα χαντάκι στην άκρα του δρόμου, μες’ στις λάσπες.

«Πάνε καλέ να μαζέψεις τον άντρα σου», ήρθε και μας είπε ένα βράδυ η γειτόνισσα η κυρά-Κατίνα. «Τον είδε ο δικός μου καθώς γύρναγε στο σπίτι, του μίλησε αλλά εκείνος δεν αποκρίθηκε».

Μας έδωσε και το στίγμα, που ήτανε πεσμένος, πήγαμε με τη μάνα μου, τι να δούμε. Πεσμένος στο πλάι, μες στο χαντάκι με τα βρομόνερα και δεν ήταν μόνο σουρωμένος, ήταν και εκατό τοις εκατό πεθαμένος.

Τί να σηκώσεις και τί να μαζέψεις απ’ αυτόν;

Τρέξαμε στο σπίτι του κυρίου «Αγύριστου». Δεν τον λέγανε έτσι τον άνθρωπο, αλλά όλοι έτσι τον ξέρανε. Ήταν αυτός που είχε το γραφείο κηδειών και μια και όποιος περνούσε απ’ τα χέρια του πήγαινε εις τόπον χλοερόν, ένθα απέδρα πάσα οδύνη λύπη, και στεναγμός και τα λοιπά και τα λοιπά, έτσι τον ανεβάζανε, έτσι τον κατεβάζανε: Ο κύριος Αγύριστος.....

....Κατά τις έντεκα ‘φέραν τον νεκρό στο σπίτι. Η κηδεία θα γινόταν στις τέσσερεις το απόγευμα. Έτσι είχε κανονίσει ο κύριος Αγύριστος. Έβαλαν την κάσα με τον νεκρό πάνω σε κάτι στηρίγματα που κουβάλησαν μαζί τους οι πεθαμενατζήδες, άναψαν και δυο μεγάλα κεριά δεξιά κι’ αριστερά απ’ τον νεκρό, στήσανε όρθιο και το καπάκι της κάσας δίπλα στην αυλόπορτα και φύγανε.

«Θα επιστρέψουμε στις τρεις και μισή για την ακολουθία», διευκρίνισε ο κύριος Αγύριστος. «Σας αφήνουμε να κλάψετε και να αποχαιρετήσετε τον άνθρωπό σας».

Πιο όμορφο και πιο περιποιημένο δεν τον είχα ξαναδεί το γέρο μου. Λες και τον είχανε ντύσει γαμπρό, να πάει να παντρευτεί. Καθαρός, καλοξυρισμένος, καλοντυμένος. Στην τρίχα ήτανε.

Από που τον φέρανε, μέχρι και που τον σκέπασαν με το καπάκι και τον βάλανε στη νεκροφόρα, καθόμουν και τον χάζευα.

«Α ρε πατέρα… Δεν μπορούσες να είσαι έτσι καθαρός και περιποιημένος, μοσχοβολιστός και ξυρισμένος και αμίλητος όταν ζούσες;» σκεφτόμουνα και κάτι σαν δάκρυ γαργαλούσε το ένα μου μάτι. «Αλλά εσύ βρωμοκοπούσες κρασί και ούζο, κι’ άμα δε φώναζες και δεν έβριζες, ροχάλιζες του κερατά…. Ά ρε πατέρα…»

....Στην κηδεία, εκτός απ’ την κυρά-Πολυξένη τη μοιρολογήτρα, κανείς δεν έκλαψε. Και μήπως ήταν και πολλοί; Τρεις – τέσσερεις γειτόνισσες, η κυρά-Πολυξένη, ο ψάλτης κι’ παπάς, τα κοράκια του κυρίου Αγύριστου και ο Μήτσος, ο οδηγός της νεκροφόρας. Αυτοί ήμασταν όλοι κι’ όλοι.

Στο «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμό» κανένας δεν πλησίασε στην κάσα με το νεκρό. Μόνο η μάνα μου, στάθηκε για λίγο μπροστά του, απόθεσε στο στήθος του ένα αγριολούλουδο, το μόνο που ‘χε ανθίσει στην αυλή μας και παγωμένη και αμίλητη, χωρίς ίχνος από δάκρυ στα μάτια, γύρισε κι’ απομακρύνθηκε.

Επόμενα αποσπάσματα