Προηγούμενα αποσπάσματα
Επόμενα αποσπάσματα
"Ζωζώ - δύο ιστορίές"
Αποσπάσματα - Σελίδα 2η από 6)

....Μέχρι τα σαράντα του γέρου μου φόρεσα μαύρα. Μετά τα πέταξα. Όχι δηλαδής πως φορούσα τίποτες έξαλα, αλλά μαύρα δε φορούσα, γιατί δε με πήγαιναν και καθόλου. Σαράντα χρονών γριά φαινόμουνα με τα μαύρα.

Στις πενήντα μέρες, φόρεσα τα καλά μου, βάφτηκα και λίγο και…

«Απόψε θα πάω στο θέατρο», είπα στη μάνα μου. «Ίσως αργήσω. Μη με περιμένεις. Πέσε κοιμήσου εσύ».

«Καλά βρε Ζωζώ μου, χθες, προχθές χάσαμε τον μπαμπά σου κι’ εσύ θα πάς στο θέατρο; Ντροπή βρε κόρη μου. Τί θα πει ο κόσμος;»

«Σκασίλα μου τι θα πει ο κόσμος. Και το γέρο δεν τον χάσαμε ούτε χθες, ούτε προχθές. Χρόνια και χρόνια χαμένος ήτανε». Την πίκρανα τη μάνα μου μ’ αυτά που είπα, αλλά μπορούσα τώρα πια να λέω και μια κουβέντα παραπάνω.

Δεκαεφτά χρονών γυναίκα ήμουνα.....

....Η παράσταση δεν ήταν τίποτε το σπουδαίο, ούτε και το έργο άξιζε. Εκεί που έπρεπε να κλάψεις γελούσες και εκεί που ήταν να γελάσεις σε παίρνανε τα δάκρυα. Τίποτε δηλαδής. Αφού κι’ εγώ που δε σκάμπαζα από θέατρο… έτσι μου ‘ρθε να σηκωθώ να φύγω.

Ο πρωταγωνιστής όμως ήταν άλλο πράμα. Για χατίρι του έκατσα και είδα όλο το έργο. Ένας κούκλος και μισός. Δυο μέτρα παίδαρος, στητός, λεπτός και σγουρομάλλης, να τον πιείς στο ποτήρι δηλαδής και να μην τον χορτάσεις. Είχε κάτι μαύρα μαλλιά και κάτι πράσινα μάτια, τί να σας πω. Δε χόρταινα να τον βλέπω.

Μετά που τέλειωσε το έργο και βγήκε όλος ο θίασος, τί θίασος δηλαδής, έξι νοματαίοι ήταν όλοι κι’ όλοι, και υποκλίθηκαν, φάγαν και το χειροκρότημα τους, έμεινε μόνος στη σκηνή ο πρωταγωνιστής, ο παίδαρος. Μας ευχαρίστησε που πήγαμε να δούμε την παράσταση και στο τέλος είπε:

«Αν κάποιος θεατής θέλει ένα αυτόγραφό μου ας περάσει από το καμαρίνι μου» .

....Τέτοιος παίδαρος και να μην πάρω ένα αυτόγραφο γίνεται; Δε γίνεται.....

.....«Με λένε Γιάννη, αλλά οι φίλοι και οι γνωστοί με φωνάζουν Τζώνη. Αυτό μου έμεινε από τότε που ήμουν στην Αμερική. Ένα χρόνο ήμουν στην Αμερική και έπαιζα στο Μπροντ-Γουέυ».

Αυτό το ‘λεγε σε όλους αλλά δεν ξέρω ποιος τον πίστευε και ποιος όχι. Πάντως εγώ ούτε τον πίστεψα ούτε δεν τον πίστεψα, αφού δεν ήξερα που στο διάολο ήταν η Αμερική και τι σκατά ήταν αυτό το Μπροντ-Γουέυ....

.....Τον ένοιωθα κολλημένο από πίσω μου, με το ‘να του χέρι να το ‘χει περασμένο εμπρός μου και να κρατάει το στομάχι και με το άλλο να μου ξεκουμπώνει το μπλουζάκι. Μετά μου έβγαλε τη φούστα και μετά το βρακί.

Σαν χαζοπούλι εγώ δεν αντιστεκόμουνα καθόλου. Με χάιδεψε τα βυζιά μου και η ανατριχίλα έγινε… τί να σας πω… κάτι σαν καταρράκτες, μέσα σ’ ολόκληρο μου το κορμί.

Αισθάνθηκα κάτι ζεστό και σκληρό ανάμεσα στα σκέλια μου.

«Καλέ αυτός θα με κουτουπώσει», σκέφτηκα, αλλά πριν προλάβω να αποτελειώσω τη σκέψη μου, ένοιωσα ένα πόνο δυνατό, ούρλιαξα και με πήρανε τα αίματα.

Ο Τζώνης δε σταμάτησε να κουνιέται, κι’ ας πόναγα εγώ, μέχρι που έβγαλε έναν στεναγμό ανακούφισης και τραβήχτε από μέσα μου. Ήταν ματωμένος κι’ αυτός.  Εγώ σκυμμένη έβλεπα τα αίματα που τρέχαν ανάμεσα στα μπούτια μου. Νομίζω έκλαψα και λίγο. Σαν είδε και ο Τζώνης τα αίματα, ταράχτηκε λίγο. «Ήταν η πρώτη σου φορά;» με ρώτησε.....

....Το μυαλό μου είχε κολλήσει στον Τζώνη και ένοιωθα πολύ μπερδεμένη. Από τη μια ήταν το γεγονός, ότι είχα χάσει την παρθενιά μου, έτσι στα καλά των καθουμένων…
.....Και αυτό; Λίγο… λίγο μονό, με πείραζε. Αλλά από την άλλη… Όλα τα άλλα… Τα φιλιά του, πώς με χάιδευε, το πώς με αγκάλιαζε και το πώς με χούφτωνε… Όλα τα άλλα, όλα αυτά ήταν υπέροχα. Και ο Τζώνης; Κούκλος....

....Μπερδεμένη, ξεμπερδεμένη, το βράδυ ξαναπήγα στο θέατρο. Για να ξεμπερδευτώ; Μάλλον για να μπερδευτώ χειρότερα. Για την ακρίβεια για να μπλέξω χειρότερα. Δεν πήγα για την παράσταση. Λίγο πριν να τελειώσει η παράσταση χώθηκα μέσα....

.....Αυτό ήτανε: απ’ τη στιγμή εκείνη δυο πράγματα είχαν φωλιάσει στο μυαλό μου. Ο Τζώνης και η Αθήνα. Ή πιο καλά: «Στην Αθήνα με τον Τζώνη».....   

.... Ιδού λοιπόν εγώ… η Ζωζώ.

Στα δέκα εφτά μου χρόνια να έχω θυσιάσει στον Τζώνη τον πρωταγωνιστή «ότι πολυτιμότερο είχον», αλλά χαλάλι του, τέτοιος ομορφάντρας που ήταν, να είμαι άνεργη, καθόσον ο κυρ-Μηνάς με είχε σχολάσει, και φυσικά σχεδόν απένταρη, και να σχεδιάζω την απόδραση από το σπίτι μου για τη μεγάλη πόλη και το μεγάλο έρωτα.

Έτσι είμαστε όλες εμείς οι γυναίκες. Ο Πρώτος μας έρωτας μας παίρνει τα μυαλά. Μας ξετρελάνει. Ούτε που ξέρουμε τι κάνουμε, γιατί το κάνουμε και πού θα μας βγάλει. Τρελές κι’ αλλοπαρμένες δηλαδής.

Μετά όμως… σαν μπούμε στο λούκι και βάλουμε μυαλό, τα φέρνουμε τα πράματα τα πάνω κάτω.

Εμείς είμαστε πια αυτές που ξετρελαίνουν τους μεγάλους έρωτες.....

....Ιδού λοιπόν εγώ… η Ζωζώ.

Αφέντρα και νοικοκυρά στην καλύβην του Τζώνη.

Δε γίνεται όμως. Θα το ομολογήσω τώρα, γιατί αλλιώς θα σκάσω. Οι λίγες μέρες που έζησα με τον Τζώνη στην καλύβην του ήταν ότι καλύτερο μου είχε τύχει στην έρμη τη ζωή μου, τουλάχιστον μέχρι τότε.

{Πολιτικά δρώμενα – Εκλογές 1961}

Ένα πρωί διάβασα πάλι στα χοντρά γράμματα των εφημερίδων:

«Προκήρυξη εκλογών. Εκλογές την 29 Οκτωβρίου».

«Μα καλά, τρελάθηκαν οι πολιτικάντηδες» σκέφτηκα. «Κάθε τρεις και πέντε εκλογές». Εκλογές το 56, εκλογές, εκλογές το 58, εκλογές πάλι το 61. «Ποιος ξέρει τί φαγωμάρα θα τους δέρνει; Σαν τα σκυλιά θα τρώγονται». Σαν τα κοπρόσκυλα που τρέχουν πίσω από τη σκύλα που σέρνει και μαλώνουν πιο θα την κερδίσει. Μα τόσο γλυκιά είναι η εξουσία; Ίσως. Μπορεί να έχει την ίδια γλύκα της σκύλας.

....Ιδού λοιπόν εγώ… η Ζωζώ.

Παραμονές Χριστούγεννα, με εννιά μεροκάματα στην τσέπη, ψίχουλα δηλαδής κι’ άνεργη πάλι, να μην ξέρω τι να κάνω.

Το πιο σωστό θα ήτανε να μείνω στο σπίτι του κυρ-Γρηγοράκη, έτσι κι’ αλλιώς πληρωμένα του τα ‘χα τα νοίκια μέχρι το Μάρτη, με τον τρόπο μου βεβαία, και να ψάξω να βρω καμιά άλλη δουλειά.

Ίσως να ‘ρχότανε κι ο Τζώνης με καμιά άδεια. Αυτό ήταν και που το ήθελα και που δεν το ήθελα.

Το κορμί και η ψυχή μου λέγανε «κάτσε περίμενε, θα ‘ρθει» μα το μυαλό άλλα μου έλεγε: «σήκω και φύγε γρήγορά, γιατί μπορεί και να ‘ρθει».

Αποφάσισα ν’ ακούσω το μυαλό και από τότες και μετά μόνο το μυαλό άκουγα. Το τι ζητούσε το κορμί και το τι ήθελε η ψυχή τα ‘γραφα στα παλιά μου τα παπούτσια.

Να φύγω λοιπόν και να πάω που; Το να γυρίσω πίσω στης μάνας μου ούτε που το σκεφτόμουνα.

 

.....Ιδού λοιπόν εγώ… η Ζωζώ.

Φιλοξενούμενη από τη ξαδέλφη μου την Αργυρό, στο αρχοντικό της οικογένειας Μουσουλά, να τρώω τον άμπακα απ’ τα νόστιμα φαγητά της κυρά-Κούλας, να κάνω ότι βοηθάω την Αργυρό σε καμιά δουλειά του σπιτιού, άσε που κι’ αυτή δεν έκανε τίποτε όλη μέρα, και να σουλατσάρω στην Κηφισιά και στο Μαρούσι ψάχνοντας για καμιά δουλειά.

 

.....Ιδού λοιπόν εγώ… η Ζωζώ.

Δουλικό, σαν την ξαδέλφη μου την Αργυρό, στα αρχοντικό της οικογένειας Μουσουλά. Πάντως δεν είχα παράπονο. Στην αρχή τουλάχιστον. Άδειασαν ένα δωματιάκι στη σοφίτα και έγινε το δωμάτιο μου.

Η κυρία Σάσα μου αγόρασε και καινούρια έπιπλα. Κρεβάτι, ντουλάπα, κομοδίνο, ένα τραπέζι και δυο καρέκλες, λαμπατέρ, μια μικρή πολυθρόνα… όλα τα είχα. Τίποτε δε μου ‘λειπε.

.....Ιδού λοιπόν εγώ… η Ζωζώ.

Από δουλικό στο αρχοντικό της οικογένειας Μουσουλά, δουλικό στο διαμερισματάκι της κυρίας Σίλβης.

Ποια ήταν η κυρία Σίλβη; Να σας τη γνωρίσω κι’ αυτήν. Εγώ από την πρώτη φορά που την είχα συναντήσει της είχα δώσει το παρατσούκλι: «Τα τρία Ξ».  Ξερακιανή, Ξιπασμένη και Ξεπεσμένη. Αυτή ήταν η κυρία Σίλβη.

Προηγούμενα αποσπάσματα
Επόμενα αποσπάσματα