Προηγούμενο απόσπασμα

"Ανεξίτηλοι λεκέδες και πολύχρωμες πεταταλούδες"

 Αποσπάσματα από το "Ανεξίτηλοι λεκέδες"

(Σελίδα 3η από 5)

Και το αποτέλεσμα; Έγινε το θαύμα; Το θαύμα του θεού έρωτα;

Όλοι πιστέψαμε ότι είχε γίνει. Η έρμη η μάνα μας πιο πολύ απ' όλους.

Πού τη βρήκε τη δύναμη το άρρωστο, το φαρμακωμένο από το ίδιο του το αίμα κορμί, ένας Θεός ξέρει.

Δυο μέρες μετά, ο αδελφός μου σηκώθηκε, φόρεσε το κουστούμι του που του ερχόταν λίγο φαρδύ γιατί η αρρώστια τον είχε αδυνατήσει και βγήκε έξω. Πήρε τους δρόμους. Και την επόμενη μέρα το ίδιο.

Συνάντησε τους φίλους του, πήγε σινεμά, βγήκε ραντεβού με τη Νικολέτα, έπαιξε χαρτιά στη λέσχη που σύχναζε όταν ήταν μαθητής, τα έκανε όλα. Όλα όσα συνήθιζε να κάνει πριν αρρωστήσει. Όταν ακόμη ήταν μαθητής.

Όλοι απορούσαμε. Τι κάνει; Πώς το κάνει;

Μόνο ο ίδιος ίσως να ήξερε τι κάνει. Αποχαιρετούσε τη ζωή. Τη ζωή του όπως την είχε ζήσει. Αποχαιρετούσε το κάθε τι που έκανε εκείνες τις δυο μέρες και που ήταν ίδιο με ότι έκανε παλιά. Τότε που ήταν υγιής· πριν αρρωστήσει

Ήταν η τελευταία αναλαμπή. Πολλές φορές συμβαίνει αυτό, μας είχαν πει αργότερα οι γιατροί.....

Την Τρίτη μέρα ήταν χάλια. Με το ζόρι άνοιγε τα μάτια του, με το ζόρι κατάπινε λίγο χυμό, ανέπνεε δύσκολα, με το ζόρι ζούσε.

Την επόμενη μέρα έπεσε σε λήθαργο. Ο γιατρός ερχόταν δυο και τρεις φορές την ημέρα για να ενισχύσει αυτόν το λήθαργο. Του έκανε παυσίπονες, ναρκωτικές ενέσεις.

Το αίμα του πια δεν ήταν αίμα. Μια φωτιά ήταν που του έκαιγε όλο του το κορμί. Μόνο αν σταματούσε η καρδιά του θα σταματούσε και το μαρτύριο. Και όλοι μας πια προσευχόμασταν και παρακαλούσαμε γι' αυτό....

....Ήταν μια κρύα μέρα του Μάρτη όταν ο ήλιος της ψυχής μας κρύφτηκε. Κρύφτηκε σε μια έκλειψη και έμενε για πολύ καιρό κρυμμένος πίσω από το φεγγάρι. Ζούσαμε μέσα στο θαμπό φως που διαχεόταν πάνω στη γη απ' την ατμόσφαιρα. Οι σκιές μας πίσω μας  μας ακολουθούσαν έρποντας, γραμμένες από αυτό το μισο-φώς, το μισοσκόταδο και φαινόταν απαίσιες ανατριχιαστικές. Τις βλέπαμε να να μας ακολουθούν και μας ερχόταν να ξεφωνίσουμε· να ουρλιάξουμε ένα: Γιατί; Γιατί;

 

Εκέινη τη μέρα…

Η μητέρα μου ένας ζωντανός νεκρός. Με αιθέρα την κρατούσαν να μη λιποθυμήσει. Να μη σωριαστεί. Την κρατούσαν από δεξιά και από αριστερά και την έσερναν εκεί που ποτέ δεν θέλησε να πάει. Να κάνει αυτό που ποτέ της δεν είχε διαλογιστεί: Να θάψει το παιδί της.  Έρμη, κακόμοιρη μάνα. Πόσο πόνο αντέχεις;

Ο πατέρας ράκος. Πώς τον κρατούσαν τα πόδια του; πώς ανέβαινε αυτόν τον αφόρητο Γολγοθά; Μέσα στη θλίψη του, στην απέραντη θλίψη του αισθανόταν και προδομένος. Προδομένος απ' τη ζωή. Χτυπημένος απ' την αποτυχία. Τόσοι γιατροί, νοσοκομεία, φάρμακα, φυσιοθεραπευτές. Και πού δεν είχε πάει. Τα δύο τελευταία χρόνια έπαιρνε τον αδελφό μου και τρέχανε. Με αεροπλάνα, με ταξί, με τρένα. Όπου του λέγανε για κάποιον γιατρό, για μια νέα μέθοδο, όπου έβλεπε μια χαραμάδα με φως, μια ελπίδα ζωής, πήγαινε. Τόση αγωνία, τόσος αγώνας είχαν στεφθεί με αποτυχία. Και ο πατέρας μου δεν την ήξερε την αποτυχία. Πάντα, παντού στη ζωή του νικούσε. Ακόμη και στα πιο δύσκολα. Και τώρα! Αυτή η αποτυχία ήταν η πιο οικτρή, η πιο τραγική.

Καημένε πατέρα. Πόσες ελπίδες σου χάθηκαν! Πόσα όνειρά σου γκρεμίστηκαν!

Βουβός, αμίλητος, με τα μάτια χαμηλωμένα, με έναν λυγμό να τον πνίγει κάθε λίγο, ακολουθούσε. Δεν σήκωνε τα μάτια να δει κατά πού τραβάνε. Δεν το άντεχε.

"Ω κοινόν αυτάδελφον Ειλικρινείας κάρα…" θα έγραφε ο Σοφοκλής αν έγραφε την τραγωδία που ζούσε η αδελφή μου, γιατί η αδελφή μου και ο αδελφός μου ήταν "αυτάδελφοι".  Είχαν μεγαλώσει μαζί από μωρά παιδιά. Άρρηκτος ο δεσμός τους. Άπλετη η κατανόηση του ενός για τον άλλον. Δυο αδέλφια που μαζί από μωρά, έγιναν παιδάκια, παιδιά. έφηβοι, νέοι. Τι άλλο μπορώ να πω; Κανείς δεν ξέρει πως νιώθει κάποιος που έχει χάσει τον μισό του εαυτό. Η αδελφή μου αυτό είχε χάσει: Τον εαυτό της.

Εγώ; Ούτε που ήξερα πώς αισθανόμουν. Δεν καταλάβαινα καν αν περπατούσα, αν πετούσα ή αν σερνόμουν. Έτσι νιώθει κανείς όταν έχει χάσει τη βάση του. Αυτό είχα χάσει εγώ. Τη βάση μου, το στήριγμά μου. Από πού να πιαστώ και πού να κρατηθώ;  Ο μέντοράς μου, ο δάσκαλός μου, ο άνθρωπος που τόσο θαύμαζα και τόσο  αγαπούσα είχε φύγει. Με είχε αφήσει μόνο.

Πολύς κόσμος είχε τιμήσει το τελευταίο ταξίδι του αδελφού μου. Την αναχώρησή του για το υπερπέραν, για τον ουρανό.

Όλοι οι φίλοι του, πολλοί συμμαθητές του από το Γυμνάσιο, μερικοί καθηγητές του και άλλοι. Κόσμος ανώνυμος, άγνωστοι. Ένα παιδί, ένα παλληκάρι είκοσι δύο χρόνων είχε πεθάνει.    

 Ανάμεσά τους, ανάμεσα στους ανώνυμους, ήταν και η Νικολέτα. Έκλεγε κι' αυτή. Έκλεγε κρυφά. Αναγκαζόταν να κρύψει το κλάμα που έβγαινε από μέσα της· να το πνίξει.

Τι θα έλεγε ο κόσμος;

Η πόλη μας ήταν μικρή. Η κοινωνία της ανελέητα σφιχτή· αυστηρή. Σε μια μικρή κοινωνία  δεν μπορείς ούτε να κλάψεις σωστά.

....Μη με κακίζετε. Σας έχω πει τόσα και τόσα για μένα, για τη μάνα μου, για τον πατέρα μου και για τον αδελφό μου. Μέχρι και για τις κότες μας σας έχω πει, αλλά για την αδελφή μου σας έχω πει ελάχιστα.

Μόνο ότι τη λένε Ειληκρινεία, κοινώς Νίτσα, ότι ήταν έξι χρόνια μεγαλύτερη από 'μένα, λεπτή, ψηλή και… όμορφη.

Για τις προσωπικές μας σχέσεις τίποτε.

Ίσως γιατί οι προσωπικές μας σχέσεις δεν ήταν και τόσο… πώς να το πω; Ροδαλές ίσως;

Σαν αδέλφια αγαπιόμασταν και η αδελφή μου με φρόντιζε αρκετά. Δεν μπορώ να πω ότι τη φρόντιζα κι' εγώ, γιατί πώς να τη φροντίσω; Ήμουν πολύ μικρότερος.

Και η αγάπη μας ήταν κάπως ιδιόρρυθμη. Μια αγάπη διάσπαρτη με καυγάδες. Ίσως να έφταιγε και η καταπίεση που είχα περάσει τότε που με έκανε "νύφη". Μετά ήταν και το άλλο. Για μένα ποτέ δεν υπήρξαν πόλος έλξης  οι κοριτσίστικες παρέες της, τα κοριτσίστικα παιχνίδια και τα κοριτσίστικα κουτσομπολιά. Πώς να το κάνουμε; Αγόρι ήμουν. Εγώ νοιαζόμουν για τις "εφευρέσεις" του αδελφού μου.

Μετά από εκείνες τις "νυφικές" μου μεταμφιέσεις και τους "γάμους" μας, υπήρξε μια μεγάλη περίοδος αγάπης και φροντίδας από πλευράς της, αγάπης και αδιαφορίας από πλευράς μου. Μια περίοδος εκεχειρίας.

Όταν έγινα δεκαέξι χρονών και άρχισα να καπνίζω, άρχισαν πάλι οι μάχες.

Σαν αγόρι κι' εγώ, μετά το φαγητό πήγαινα στο δωμάτιό μας και άναβα ένα τσιγαράκι στη ζούλα. Ποτέ δεν ξεχνούσα να ανοίξω το παράθυρο για να μη ντουμανιάζει ο χώρος. Πάντα: χειμώνα - καλοκαίρι.

Κάποια στιγμή όμως τύχαινε να ανοίξει και η πόρτα. Εμφανιζόταν η αδελφή μου. Χαλασμός: Έβαζε μια φωνή που την άκουγε όλη η γειτονιά.

"Μαμάάάά… Αυτός πάλι καπνίζει".

Βρε τι "προδότη" την έλεγα, τι "Ιούδα Ισκαριώτη", τι "καρφί", αυτή το δικό της. Κάθε φορά που μ' έπιανε στα πράσα να καπνίζω, τσιρίδα.

Μετά ερχόταν και με συμβούλευε:

"Τι καπνίζεις; Δεν ξέρεις ότι το κάπνισμα σκοτώνει;"

Η αδελφή ήταν ο πρόδρομος αυτού του γελοίου σλόγκαν: "Το κάπνισμα σκοτώνει". Αυτή το ανακάλυψε. Δική της εφεύρεση είναι, χρόνια πολλά πριν καθιερωθεί επισήμως.

Δυστυχώς όμως δεν της προσφέρθηκε καμιά θέση αρχιστράτηγου ή έστω στρατηγού στην εκστρατεία κατά του καπνίσματος.  Ευτυχώς μάλλον, γιατί η αδελφή μου δεν θα τη δεχόταν. Μπορεί να τους έβριζε κιόλας, αν και δεν συνήθιζε να βρίζει. Πάντως θα τους έλεγε: Σίγουρα θα τους το έλεγε:

"Καλά βρε βλάκες, δεν ξεστραβώνεστε να αποτρέψετε άλλα πράγματα που σκοτώνουν πιο πολύ. Να αποτρέψετε τους πολέμους που σκότωσαν και σκοτώνουν χιλιάδες, τη ρύπανση που σκοτώνει τον πλανήτη και όλους όσους κατοικούμε επάνω του. Την ατομική βόμβα που σκότωσε τόσες χιλιάδες και κρέμεται σαν σύννεφο του χάρου πάνω από τα κεφάλια μας. Τις χιλιάδες πυραύλους που οι μισοί σημαδεύουν τη δύση και οι άλλοι μισοί την ανατολή. Την πείνα που θερίζει χιλιάδες παιδιά στην Αφρική και σε άλλες υποανάπτυκτες περιοχές και τις αρρώστιες. Το κάπνισμα σας μάρανε; Εντάξει κι' αυτό σκοτώνει, δεν λέω… Αλλά σκοτώνει αυτόν που θέλει να σκοτωθεί, αυτόν που καπνίζει και αυτός σκοτώνεται μόνος του. Δεν τον σκοτώνει μια αδέσποτη βόμβα".

Και να είστε σίγουροι ότι ή αδελφή μου θα τους τα έλεγε, αλλά ποτέ δεν της δόθηκε βήμα για να τα πει.

Α ρε αδελφή, αν σε άκουγαν οι μεγάλοι ίσως ο κόσμος να ήταν αλλιώτικος.

Μετά παντρεύτηκε, έφυγε από το σπίτι για να ιδρύσει το δικό της νοικοκυριό. Από τότε απλά αγαπιόμαστε και νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλο, χωρίς αψιμαχίες και προστριβές. Όποτε όμως συναντιόμαστε πάντα μου λέει:

"Ακόμη καπνίζεις;"....

Επόμενο απόσπασμα
Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα