"Του παππού τα παραμύθια"

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ

Τα προξενιά της ποντικίτσας

 

     Η μικρή Ποντικίτσα, όμορφη, τσαχπίνα, ψηλομύτα και καλομαθημένη, σαν μοναχοκόρη που είναι, έφτασε σε ηλικία γάμου. Τα προξενιά πάνε και έρχονται αλλά η Ποντικίτσα δηλώνει απερίφραστα κι' αντίλογο δεν δέχεται.

     «Δεν πάμε καλά που θα παντρευτώ ποντικό. Εγώ ποντικό δεν παίρνω».

     Η Ποντικίτσα θέλει για άντρα της τον πιο δυνατό του κόσμου, κι' αυτός είναι ο Ήλιος.

     Τι να κάνει ο κυρ' ποντικός; Την παίρνει από το χέρι και πάει να την προξενέψει στον Ήλιο, όμως ο Ήλιος τους ξεφορτώνεται και τους στέλνει στο Σύννεφο.

Από το Σύννεφο βρίσκονται στον Άνεμο κι' από τον Άνεμο καταλήγουν στον παλιό Πύργο. Κανείς δεν θέλει για γυναίκα του την όμορφη Ποντικίτσα.

Και τώρα τι θα γίνει; Θα μείνει στο ράφι η Ποντικίτσα;

Μη στενοχωριέστε. Όλα τα παραμύθια τελειώνουν με το έζησαν αυτοί καλά κι' εμείς καλυτέρα.

Η Ποντικίτσα θα παντρευτεί τον πιο δυνατό του κόσμου, κι' ας μην είναι αυτός ο δυνατός μήτε ο Ήλιος, ούτε το Σύννεφο, μηδέ ο Άνεμος αλλά ούτε και ο Πύργος.

 

Ο Μάνθος, η Οργή και η Θλίψη

 

     Ο Μάνθος ο περιβολάρης είναι στο περιβόλι του, βγάζει φρέσκα κρεμμυδάκια και μαρούλια, να τα πάει την άλλη μέρα στο παζάρι να τα πουλήσει.

Και τότε βλέπει… Πω-πω συμφορά: Ο άτιμος ο κρεμμυδοφάγος του έκοψε δυο ρίζες απ' τα κρεμμυδάκια του.

Φουρκισμένος ακόμη με τον κρεμμυδοφάγο πέφτει επάνω σε άλλη συμφορά: Δυο σαλιγκάρια κάθονται επάνω σε ένα μαρουλόφυλλο και το καταβροχθίζουν.

Αυτό κι' αν είναι καταστροφή. Βάλθηκαν τα άτιμα τα ζουζούνια να του φάνε το βιος.

Ξεσπάει την οργή του πάνω στον πιστό του σύντροφο, στον γάιδαρό του τον Γκέκα και καθώς επιστρέφει στο χωριό οργισμένος καταστρώνει και το σχέδιο της εκδίκησης.

 «Αύριο κιόλας θα πάω στο περιβόλι και θα ξεπατώσω όλα τα λαχανικά. Θα τα πετάξω σε μια γωνιά να σαπίσουν και τότε να δω τι θα βρουν να φάνε τα άτιμα. Μωρέ θα τα αφήσω να πεθάνουν από την πείνα».

Για καλή του τύχη στο δρόμο συναντιέται με ένα γέρο. Κάθονται παρέα και ο γέρος του λέει την ιστορία από δύο αδελφές, της Οργής και της Θλίψης που σαν μικρόβια πάνε και θρονιάζονται στις καρδιές των ανθρώπων.  

Σαν βολετούν οι δύο κυράτσες προσκαλούν και την ξαδέλφη τους τη Μοναξιά αλλά κι' αυτή δεν πάει μόνη. Παίρνει μαζί της και την κόρη της την Απελπισία.

     Έβαλε άραγε μυαλό ο Μάνθος με την ιστορία του γέρου; Ποιος ξέρει.

 

Μια ιστορία με πολλά μπαλόνια

     Κυριακή απόγευμα είναι και ο Μηνάς ο Μπαλονάς πάει στην παιδική χαρά να πουλήσει μπαλόνια. Είναι τόσα πολλά τα μπαλόνια που κουβαλάει που ένα ελαφρύ αεράκι τον παρασέρνει και τον απογειώνει.

     Ο Μηνάς ο Μπαλονάς γίνεται ιπτάμενος κι' αρχίζει να πετάει. Για καλή του τύχη στο πάρκο είναι και ο κύριος Ψηλολέλεκας, ο μόνος που λόγω ύψους, μπόρεσε να πιάσει τον Μηνά απ' τον αστράγαλο και να τον προσγειώσει πίσω στη γη. Για ακόμη πιο καλή του τύχη ένα τηλεοπτικό συνεργείο που περνούσε από 'κει κοντά απαθανατίζει την απογείωση του Μηνά.  Στο βραδινό δελτίο ειδήσεων ο Μηνάς ο Μπαλονάς και ο κύριος Ψηλολέλεκας γίνονται το πρώτο θέμα.

     Ποιες θα είναι οι κοινωνικές, οι πολιτικές και οι οικονομικές επιπτώσεις από την απογείωση του Μηνά του Μπαλονά;

     Ποιες θα ήταν οι παγκόσμιες, οι αστρικές και γαλαξιακές, ακόμη και οι αστρολογικές επιπτώσεις αν ο Μηνάς άφηνε τα μπαλόνια να πετάξουν μόνα τους στον ουρανό για να σωθεί;

Μπορείτε να φανταστείτε; Αν όχι διαβάστε το παραμύθι.