Saint Saens - Rondo capricciozo -
00:00 / 00:00
- Εσπερινοί - Μ.Χατζιδάκης
00:00 / 00:00
Σκαλκώττας - 5 Ελληνικοί χοροι -
00:00 / 00:00

Αποσπάσματα από τα "Παραμύθια του παππού"

"Τα προξενιά της ποντικίτσας

(Σελίδα 1η από 3)

Μια φορά κι’ έναν καιρό, έτσι αρχίζουν όλα τα παραμύθια, ζούσαν τρισευτυχισμένοι, στο υπόγειο ενός μεγάλου σπιτιού, ο κυρ-Ποντικός με την οικογένεια του.....

....Το μόνο που έκανε η μικρή ποντικίτσα, και το έκανε με μεγάλη επιμέλεια, ήταν να στέκεται απέναντι από τον καθρέφτη και να φροντίζει την ομορφιά της.

Ας μη την αδικήσουμε όμως. Η μικρή Ποντικίτσα ήταν πολύ όμορφη. Ίσως η πιο όμορφη στην ποντικοκοινωνία του υπογείου.  Όσο όμορφη όμως ήταν, άλλο τόσο και παραπάνω, ήταν ψηλομύτα, εγωίστρια, ονειροπαρμένη και ψωροπερήφανη. Τι να πεις; Μοναχοκόρη ήταν· κακομαθημένη.....

....Τα χρόνια περνούσαν και κάποτε η όμορφη Ποντικίτσα έφτασε σε ηλικία γάμου. Τα προξενιά διαδεχόταν το ένα το άλλο, αλλά της Ποντικίτσας ό ένας της ξίνιζε κι’ άλλος της βρωμούσε. Πάντα «όχι» έλεγε....

....«Τι λες καλέ μπαμπά; Τον Ποντικογκριζούλη; Χα- χα – χα. Ας γελάσω».

Γύρισε την πλάτη στο μπαμπά της. Ψήλωσε την μύτη πιο ψηλά από ότι συνήθως και δήλωσε:

«Δεν πάμε καλά που θα παντρευτώ ποντικό. Εγώ ποντικό δεν παίρνω».

«Και τι… ποιόν θα παντρευτείς κόρη μου;» απόρησε ο μπαμπάς της....

«Εγώ; Εγώ θα παντρευτώ τον πιο μεγάλο. Τον πιο δυνατό του κόσμου»....

....«Τον ήλιο, τον Ήλιο, τον Ήλιο και κανέναν άλλον».....

......«Καλημέρα Ήλιε, Ήλιε μου ηλιάτορα, του κόσμου παντοκράτορα» άρχισε τα καλοπιάσματα και τις γαλιφιές ο κυρ-Ποντικός και συνέχισε:«Ήρθαμε να σου κάνουμε μια μεγάλη τιμή. Να σε κάνω εγώ γαμπρό μου και η κόρη μου να σε τιμήσει και να σε κάνει άντρα της. Να αυτή είναι η κόρη μου η Ποντικίτσα. Καλή και όμορφη είναι και καλή νοικοκυρά, και… πολύ παινεμένη. Η πιο παινεμένη στο σόι μας»....

....«Ουφ… καλά τους ξεφορτώθηκα», είπε ο Ήλιος στον εαυτό του και τράβηξε σιγά – σιγά το δρόμο του να πάει προς τη δύση, να πάει να κοιμηθεί κι’ αυτός, να ξεκουραστεί.

 

.....Μπαμπάς και κόρη ανέβηκαν και κάθισαν, δίπλα – δίπλα πάνω στο φράχτη ενός κτήματος, περιμένοντας το σύννεφο, που δεν άργησε να έρθει.....

....«Ποιος με φωνάζει;» απόρησε το Σύννεφο και έκανε την εμφάνισή του μέσα απ’ τη θολούρα του ουρανού.

«Εδώ… Εγώ.. Ο Ποντικός… Πάνω στο φράχτη… Εδώ – εδώ».

Έριξε άλλη μια αστραπή το Σύννεφο, να κάνει φως, να δει ποιος το φωνάζει....

.....«Χα-χα–χα», κάγχασε το Σύννεφο και έριξε μια δυνατή αστραπή απ’ την χαρά του.....

«Και βέβαια είμαι πιο δυνατό απ’ τον Ήλιο» είπε με στόμφο. «Τι είναι ο Ήλιος; Του χεριού μου είναι. Ότι θέλω τον κάνω. Τον σκεπάζω, τον ξεσκεπάζω, τον κρύβω τον φανερώνω. Ότι μου καπνίσει τον κάνω».

«Α ωραία» είπε χαρούμενος ο κυρ-Ποντικός. «Πολύ ωραία. Πότε με το καλό να ορίσουμε το γάμο;»

.....Ένα ελαφρύ αεράκι βγήκε εκείνη την στιγμή. Σαν γαργαλητό το ένοιωσε το Σύννεφο.

«Αυτό είναι», τη βρήκε τη λύση.

«Άκου να σου πω κυρ-Ποντικέ. Μεγάλη τιμή με κάνατε κι’ εσύ και η κόρη σου, που είναι μάλιστα και πολύ όμορφη και καλή νοικοκυρά φαντάζομαι… αλλά δεν μου πάει να σου πω ψέματα και να σε κοροϊδέψω....

«Ξέρεις; Δεν είμαι εγώ ο πιο δυνατός στο κόσμο. Πιο δυνατός από ‘μενα είναι ο Άνεμος. Ναι – ναι ό Άνεμος είναι πιο δυνατός». Το είπε και κούνησε το κεφάλι του με προσποιητή θλίψη....

«....Καλημέρα κύριε Άνεμε», τον χαιρέτησε ο κυρ-Ποντικός, μόλις ο Άνεμος ξύπνησε.

«Καλημερούδια και σε σας ποντίκια», αντιχαιρέτισε ο Άνεμος, που μάλλον είχε ξυπνήσει με κέφια. «Πώς και ξετρυπώσατε πρωί – πρωί απ’ την ποντικότρυπα σας;»....

.....«Βρε που να πάρει η ευχή. Πώς με παρέσυρε έτσι σε αερολογίες ο Άνεμος; Α πολύ του αρέσει το μπλα – μπλα. Εδώ για άλλο λόγο ήρθαμε. Δεν ήρθαμε να κουβεντιάσουμε για αλλεργίες και άλλα τέτοια χαζά», σκέφτηκε ο κυρ-Ποντικός και με ύφος εκατό καρδιναλίων ξαναγύρισε την κουβέντα εκεί που ήθελε:

«Λοιπόν, μείναμε στην προίκα. Σου είπα: Προίκα έχει. Πάμε παρακάτω;»

«Και δεν πάμε. Άλλα άσε την προίκα κατά μέρος. Αυτά είναι ποταπά πράγματα. Τα κουβεντιάζουμε μετά… αν χρειαστεί. Για πες μου όμως, γιατί σόνι και καλά με θέλεις για γαμπρό σου;»

«Γιατί είσαι ο πιο δυνατός στον κόσμο», πετάχτηκε η Ποντικίτσα, με την ναζιάρικη φωνή της. «Αφού όλους τους νικάς, είσαι ο πιο δυνατός και σε θέλω για άντρα μου».....

....«Ααα… αυτός ο Άνεμος δεν είναι μόνο πολυλογάς. Είναι και βλάκας. Πολύ θα σκεφτώ αν θα του δώσω την Ποντικίτσα για γυναίκα του», σκέφτηκε ο κυρ-Ποντικός και έπιασε να εξηγήσει στον Άνεμο την όλη κατάσταση.....

....«Καλά τους ξεφορτώθηκαν και ο Ήλιος και το Σύννεφο. Εγώ τι κάνω τώρα; Γιατί εγώ δεν είμαι για παντρειές. Εγώ σαν Άνεμος που είμαι πρέπει να είμαι ελεύθερος σαν τον Άνεμο».

....«Χα – Χα. Φου – Φου. Καλά τους ξεφορτώθηκα. Άκου εκεί πράματα. Να παντρευτώ… Ποιος εγώ. Και με ποια; Με την Ποντικίτσα. Χα – Χα. Φου – Φου. Και άμα παντρευόμουν τότε πώς θα λέγανε οι άνθρωποι «Ελεύθερος σαν τον Άνεμο;» Τι θα λέγανε δηλαδή; «Παντρεμένος σαν τον Άνεμο;» Τέτοια πράματα δεν γίνονται. Χα – Χα. Φου – Φου» και ένα απαλό αεράκι άρχισε να κουνάει παιχνιδιάρικα τα φύλλα των δέντρων. «Χα – Χα. Φου – Φου», θρόιζαν κι’ αυτά.

....«Κύριε Πύργε, κύριε Πύργε». Άρχισε να φωνάζει η Ποντικίτσα, όσο πιο ευγενικά μπορούσε.

«Σκάσε βρε λυσσιάρικο». την μάλωσε ο κυρ-Ποντικός. «Κάτσε να ξαποστάσουμε λίγο. Να πάρουμε μια ανάσα».

....«Κύριε Πύργε, κύριε Πύργε». φώναξε ξανά η Ποντικίτσα και σε λίγο εμφανίστηκε ο Πύργος στο μπροστινό μεγάλο παράθυρο του.....

«Πω – πω… Γέρος και άσχημος που είναι…» ήταν η πρώτη αντίδραση της Ποντικίτσας.

«Γέρος και άσκημος, αλλά δυνατός και ανίκητος», συμπλήρωσε ο κυρ-Ποντικός με λίγη μνησικακία, όση μνησικακία μπορεί να νοιώσει ένας γονιός για το παιδί του και πρόσθεσε:

«Εμ εσύ κόρη μου ζήτησες να παντρευτείς τον πιο μεγάλο και τον πιο δυνατό του κόσμου. Δεν ζήτησες και τον πιο νέο και τον πιο όμορφο. Να τος: Ο κυρ-Πύργος. Και μεγάλος και δυνατός και ανίκητος».....

«Μπα. Δυο ποντίκια». απόρησε ο Πύργος, και μετά με άγριο ύφος άρχισε να τα μαλώνει να τα βρίζει και να τα καταριέται.

«Σαν πολύ θάρρος δεν πήρατε… καταραμένη φάρα. Δεν φτάνει η ζημιά που μου κάνετε, βγαίνετε τώρα και στο φράχτη να με περιπαίξετε και να με ειρωνευτείτε. Άντε χαθείτε από μπροστά μου. Να πάτε να χωθείτε στα βρωμερά λαγούμια σας, να μην σας βλέπω τουλάχιστον».....

....«Μπα… αυτός είναι και κακός. Μάλλον δεν τον θέλω για άντρα». σκέφτηκε η Ποντικίτσα.

«Μας συγχωρείτε κύριε Πύργε για την ενόχληση, αλλά εμείς έχουμε έρθει με καλό σκοπό. Ούτε για να σας περιπαίξουμε ήρθαμε ούτε για να σας ειρωνευτούμε».

«Καλό σκοπό; Και τι καλό σκοπό μπορεί να έχουν τα ποντίκια για μένα. Δεν παρατάτε την κοροϊδία λέω ‘γω», τους αποπήρε πάλι ο Πύργος.....

.....Του ‘ρθε ζαλάδα του Πύργου με την πρόταση γάμου του Ποντικού και λίγο έλειψε να πέσει κάτω να γκρεμοτσακιστεί.

....«Να κάνω τι;» απόρησε και με το δίκιο του ο Πύργος.

«Να παντρευτείτε την κόρη μου». επανέλαβε ο κυρ-Ποντικός. «Να γίνεις γαμπρός μου».

Στο μεταξύ η Ποντικίτσα πέρα αρμένιζε. Άλλα σκεφτόταν. Για μια στιγμή ρώτησε τον Πύργο:

«Και πόσο χρονών είστε κύριε Πύργε; αν επιτρέπεται δηλαδή».

«Εκατό τριάντα, εκατό σαράντα, ούτε που θυμάμαι πότε με χτίσανε».

«Πω πω… εκατόν σαράντα χρονών γέρο δεν τον παίρνω. Καλύτερα να μείνω στο ράφι παρά να παντρευτώ ένα χούφταλο»,είπε μέσα της.

Έγιναν γάμοι και χαρές στην φωλιά του κυρ-Ποντικού. Λάμπανε οι νιόπαντροι, η Ποντικίτσα και ο ........... σαν αστέρια και απ’ το γαμήλιο τραπέζι τίποτε δεν έλειπε.

Επόμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα