Προηγούμενα αποσπάσματα
Επόμενα αποσπάσματα
"Ζωζώ - δύο ιστορίές"
Αποσπάσματα - Σελίδα 3η από 6)

....Όσο έκατσα στης κυρίας Σίλβης η κουβεντούλα μαζί της δε μου ‘λειψε καθόλου, αλλά μου λείψανε ένα σωρό άλλα πράματα. Μου έλλειψε το μαλακό και ζεστό κρεβατάκι μου με τις χνουδάτες κουβέρτες, το ζεστό μπάνιο, που στου κυρίου Νίκου έκανα μπάνιο ότι ώρα ήθελα και για όση ώρα γούσταρα.

Εδώ «δια λόγους οικολογικής οικονομίας», όπως έλεγε η κυρία Σίλβη, ανάβαμε θερμοσίφωνο μια στη χάση και μια στη φέξη.

«Σβήσ’ το. Σβήσ’ το», φώναζε σαν τρελή. «Μα καλά χρυσό μου, δεν ξέρεις ότι όσο περισσότερη ενέργεια σπαταλάμε τόσο πιο πολύ εξαντλούμε τα ενεργειακά αποθέματα του πλανήτη;»

Χέστηκα για τα ενεργειακά αποθέματα του πλανήτη. Εγώ ένα μπάνιο ήθελα να κάνω γιατί ένοιωθα νταγκιασμένη. Φυσικά το πρόβλημα και γι’ αυτήν δεν ήταν τα ενεργειακά αποθέματα, αλλά ο λογαριασμός της ΔΕΗ.

Αυτό όμως που μου ‘λειψε πιο πολύ απ’ όλα ήταν τα νόστιμα φαγητά της κυρίας Κούλας. Εδώ… το τι πείνες τράβηξα εγώ και το στομάχι μου το ξέρουμε.

«Κυρία Σίλβη θα μου δώσετε μερικά χρήματα να ψωνίσω τίποτε για φαγητό;»

«Πάλι θα ψωνίσεις; Ένα σωρό πράγματα έχουμε».

«Τί ένα σωρό κυρία Σίλβη μου; Ένα λεμόνι και ένα αγγούρι μόνο έχει μέσα στο ψυγείο»....

...Ιδού λοιπόν εγώ… η Ζωζώ

Εγκλωβισμένη στο σπίτι της Σίλβης να βράζω μέσα στο ζουμί μου

Κοντά στα τρία χρόνια και κάτι μέρες έμεινα με την κυρία Σίλβη, και κόντευα να σκάσω. Να πλαντάξω μου ‘ρχότανε. Όλα αυτά τα παραπάνω που σας έγραψα, από τη Σίλβη τα έμαθα, που το μόνο που νοιαζόταν ήταν οι ειδήσεις στο ράδιο και για το τι θα φάμε και το τι θα πιούμε τίποτε.

«Βρε γαμώτο πώς έμπλεξα έτσι;» αναρτιόμουνα. «Κάτι πρέπει να κάνω, να ξεφύγω από αυτό το τέλμα», όπως έλεγε και ο άντρας της κυρίας Κούλας, εκείνα τα Χριστούγεννα. Και καλά. Εκείνος περίμενε τη σύνταξη. Εγώ τί περίμενα; Κανά δυο φορές μου ‘ρθε να ανοίξω την πόρτα και να φύγω. Να φύγω, να εξαφανιστώ, αλλά… να πάω πού;

Τίποτε. Όλοι οι δρόμοι ήταν κλειστοί. Θα άρχιζα πάλι να ψάχνω για καμιά δουλειά και δουλειά δε θα ‘βρισκα. Με έπιασε μαύρη απελπισία.

«Έναν δρόμο βρε παιδιά. Έναν δρόμο να ξεφύγω», φώναζα και παρακαλούσα μες στην απελπισία μου, αλλά πού δρόμος. Πουθενά....

....Έλα όμως που ριμάδα η τύχη έρχεται και σου χαμογελάει καμιά φορά.

Σου χαμογελάει για τόσο λίγο και τόσο αδιόρατα, που πρέπει να είσαι πολύ κάρταλος για να το πιάσεις το χαμόγελο της. Ούτε ένα δευτερόλεπτο δεν κρατάει αυτό το χαμόγελο. Μια στιγμή μόνο. «Τσακ» και σβήνει. Το ‘πιασες; Πάει καλά. Δεν το ‘πιασες.; Φασκελοκουκούλωσέ τα.

Έτυχε λοιπόν και άνοιξε και ο δικός μου ο δρόμος.

Ποιος μου τον άνοιξε; Μη σας πιάσουν τα γέλια. Ο κύριος Νίκος μου άνοιξε το δρόμο. Ο Νίκος ο Μουσουλάς. Και τι δρόμο!  Δρόμο ανθόσπαρτο. Άθελα του φυσικά, αλλά… ότι έγινε, έγινε και δεν έμελε ν’ αλλάξει.

....Ιδού λοιπόν εγώ… η Ζωζώ.

Πρώτο τραπέζι πίστα, σ’ ένα πρωτοκλασάτο ξενυχτάδικο της Αθήνας, καθισμένη ανάμεσα στον κύριο Νίκο και τον Χανς και απέναντι από τον φον… λουκάνικο Φρανκφούρτης, να απολαμβάνω τις μεγαλύτερες φίρμες και τα καλύτερα «σχήματα» του «έντεχνου» λαϊκού τραγουδιού και να το παίζω… Αλήθεια τί το έπαιζα; Κυρία του υψηλού κόσμου ή τροτέζα της υψηλής κοινωνίας; Εν πάση περιπτώσει. Όποιος κι’ αν ήταν ο ρόλος μου, εκείνο το βράδυ καλά τον έπαιξα.

Ο κύριος Νίκος, που έπινε τζιν με τόνικ, με λίγο τζιν και πολύ τόνικ, θέλοντας να κάνει το κομμάτι του, να δείξει στους Γερμαναράδες πως γλεντάνε οι Έλληνες, άρχισε να ψάχνεται για λουλούδια. Να μην πετάξουμε και μερικά άνθη στους καλλιτέχνες; Γίνεται; Δε γίνεται. Αλλά λουλούδια εδώ, λουλούδια εκεί, πουθενά λουλούδια. Ούτε μια λουλουδού δεν κυκλοφορούσε μες στο μαγαζί. Ρώτησε έναν σερβιτόρο που ήταν ντυμένος σαν πιγκουίνος:

«Δε μου λες; Λουλούδια δε διαθέτει το μαγαζί;»

«Λυπάμαι κύριε, αλλά… δυστυχώς… μόνο για απόψε. Ξέρετε είχε ένα ατύχημα η κοπέλα που διαθέτει τα λουλούδια και μας ειδοποίησε αργά ότι δε θα έρθει. Δεν προλάβαμε… Πάντως υπάρχουν λουλούδια στο βεστιάριο. Αν θέλετε να σας φέρω μερικά καλαθάκια».

«Όχι. Ευχαριστώ», του απάντησε ο κύριος Νίκος και μετά γυρνώντας σε μένα.

«Άμα αρχίσω να ρίχνω μόνο εγώ λουλούδια θα με περάσουν για χαζό. Τα λουλούδια είναι ομαδικό σπορ. Δεν είναι ατομικό».

Απόρησα κι’ εγώ. «Κοίτα ρε, τέτοιο μαγαζί και να μην έχει λουλούδια;».....

....Κάποια στιγμή σηκώθηκα για τουαλέτα. Με είχε σφίξει ένα κατούρημα, που δεν κρατιόμουν.

«Με συγχωρείτε για λίγο» είπα στην παρέα και σηκώθηκα. Σηκώθηκαν και οι υπόλοιποι. Κοίτα ρε που τους είχα σήκω – σήκω, κάτσε – κάτσε. Μου ‘ρθε να βάλω τα γέλια. Ο κύριος Νίκος προσφέρθηκε να με συνοδέψει.

«Δε χρειάζεται κύριε Νίκο. Θα τον βρω το δρόμο» του είπα και τον βρήκα το δρόμο μόνη μου. Έκανα ότι έκανα, το φχαριστήθηκα και πολύ μάλιστα και καθώς το έκανα μου ήρθε η ιδέα.

Κοίτα να δεις φίλε μου τι σκαρφίζεται ο άνθρωπος όταν κάνει την ανάγκη του.

Βγαίνοντας από την τουαλέτα έπεσα πάνω σ’ έναν σερβιτόρο.

«Καλά ρε φίλε», του λέω, «τέτοιο μαγαζί χωρίς λουλούδια επιτρέπεται;» Αυτός ήταν πιο ειλικρινής από τον άλλο τον πιγκουίνο.

«Ξέρετε, είχαμε μια κοπέλα απ’ τη Ρωσία για τα λουλούδια, αλλά είχε λήξει η άδεια παραμονής. Την πιάσανε χθες μου φαίνεται, κι’ απ’ ό,τι ακούω μάλλον θα την απελάσουν».

Αυτός είσαι δικέ μου. Μπήκα αμέσως σε δράση...

«Από ρούχα; Έφερες τίποτε ρούχα για τη δουλειά;» Ρούχα; Τί ρούχα; Προχθές δε μου είχε πει τίποτε για ρούχα. Ήθελε μαύρη μίνι φουστίτσα και άσπρο πουκάμισο με μικρό μαύρο παπιγιόν. Τέτοια πράγματα δεν είχα.

Με πήγε στο χώρο που άλλαζε ρούχα το προσωπικό. Άνοιξε ένα μικρό σιδερένιο ντουλάπι. Μέσα ήταν τα ρούχα της παλιάς λουλουδούς.

«Βολέψου μ’ αυτά απόψε και αύριο παίρνεις δικά σου. Πρέπει να σε κάνουν. Σχεδόν το ίδιο σουλούπι έχετε».

Το σχεδόν «το ίδιο σουλούπι» με το «ακριβώς το ίδιο σουλούπι» έχει μερικές μικροδιαφορές. Η παλιά λουλουδιού πρέπει να ήταν κάπως μικρόσωμη. Αποτέλεσμα;

Η φούστα ήταν πιο μίνι από μίνι. Αρκετό μέρος απ’ τα κωλομέρια μου έμενε απ’ έξω.

Και το πουκάμισο; Δεν κούμπωνε. Πού να βάλεις και παπιγιόν. Θυμήθηκα την κυρία Κούλα, τη μέρα των Χριστουγέννων: «Θέλει μεράκι και φαντασία η μαγειρική».

«Θέλει μεράκι και φαντασία το ντύσιμο», είπα. Άφησα ξεκούμπωτη την επάνω κόπσα της φούστας για να μη σφίγγει στη μέση και να πάρει λίγο μάκρος. Το πουκάμισο το άφησα ξεκούμπωτο και έδεσα σφιχτό κόμπο τις δύο άκρες του στη μέση μου. Έτσι κρυβόταν και η ξεκουμπωμένη φούστα. Από παπιγιόν; Τίποτε. Αφού δεν κούμπωνε το πουκάμισο, το παπιγιόν θα σκεφτόμασταν;

Φυσικά εγώ ήμουν η μισή μέσα στα ρούχα και η μισή απ’ έξω. Από καλτσόν δε βρήκα τίποτε και άφησα τα πόδια μου γυμνά. Μάλλον δεν τα είχα καταφέρει και πολύ καλά στο ντύσιμο....

.....Το τι λουλούδι πουλήθηκε εκείνο το βράδυ δε λέγεται. Στις δύο η ώρα είχα ξεπουλήσει ότι φρέσκο υπήρχε, είχα ξεπουλήσει και τα προχθεσινά που είχαν μείνει απούλητα και είχαν αρχίσει να μαραίνονται. Μήτε κοτσάνι δεν είχε μείνει και να σκεφτείτε ότι οι μεγάλες φίρμες του τραγουδιού δεν είχαν βγει ακόμη στο πάλκο....

....Δεν πρόφταινα να δω σε πιο τραπέζι με φωνάζανε να τους πάω λουλούδια.

Ένας μαλάκας, καθώς έκανα να σκύψω μα μαζέψω ένα δεκάρικο που του είχε πέσει κατά λάθος στο πάτωμα και που μπορεί να το είχε ρίξει επίτηδες ο παλιό μπινές, έκανε να μου πιάσει τον κώλο. Ένοιωσα τα χέρι του και τραβήχτηκα. Έτσι μου ‘ρθε να του ρίξω σφαλιάρα, αλλά κρατήθηκα.

Στο κάτω – κάτω «ο πελάτης έχει πάντα δίκαιο».

Προηγούμενα αποσπάσματα
Επόμενο απόσπασμα