Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα
Αποσπάσματα από "Το έκτο κλειδί" (συνέχεια)
(Σελίδα 3η από 4)

Πω – πω μπλέξιμο», σκεφτόταν ο αστυνόμος Μαράκης. «Πω – πω μπλέξιμο», σκεφτόταν κι’ ο συγγραφέας Κώστας Διακός.

Και οι δυο τα είχαν χαμένα, αλλά πιο πολύ χαμένος ήταν ο Κώστας Διακός...

....Δεν υπήρχε περίπτωση. Η οικογενειακή του γαλήνη είχε πια χαθεί. Μα ποιά οικογενειακή γαλήνη λογάριαζε, αφού η ίδια η οικογένεια του είχε χαθεί.

Η Λία δεν θα συγχωρούσε ποτέ το ατόπημά του. Το κέρατο που της είχε φορέσει. Και μόνο με την ιδέα ότι θα έχανε την Λία, αρρώσταινε.  Αν υπήρχε η περίπτωση να μη το μάθει… Ίσως… Ίσως ο γάμος του να επιβίωνε αν δε το μάθαινε, αλλά πώς να μη το μάθει. Με ένα πτώμα, με έναν σκοτωμένο άντρα μπροστά στη βιβλιοθήκη του θα μαθαινόταν τα πάντα. Το κάθε δευτερόλεπτο εκείνης της βραδιάς θα έβγαινε στο φώς. Ίσως να τα λέγανε όλα και στα κανάλια. Και οι εφημερίδες.....

....Και ο αστυνόμος Μαράκης είχε χάσει τον ύπνο του. Πολύ καιρό είχε να ακούσει τόση γκρίνια απ’ τη γυναίκα του.

«Θα σβήσεις καμιά φορά το φως να κοιμηθούμε χριστιανέ μου;»

Καθόταν μέχρι αργά με ένα βιβλίο στο χέρι και καθώς διάβαζε, κάθε λίγο και λιγάκι, μονολογούσε:

«Δεν είναι δυνατόν». Μετά έσβηνε το φως, αλλά η γκρίνια συνεχιζόταν.

«Τι έχεις βρε άνθρωπέ μου; Σαν τη σβούρα γυρνάς, άλλοτε παραμιλάς, άλλοτε ροχαλίζεις, άλλοτε πετιέσαι σαν ελατήριο… Θα μ’ αφήσεις να κοιμηθώ; Άκου να δεις θα πάω στο κρεβάτι του παιδιού». Και σηκωνόταν και πήγαινε στο κρεβάτι του παιδιού. Το παιδί ήταν ο γιος τους που σπούδαζε στη Θεσσαλονίκη. Έτσι η κυρία Μαράκη ξανάβρισκε το γαλήνιο ύπνο της, αφήνοντας τον αστυνόμο να τυραννιέται μόνος του. 

Κάποια πράγματα, κάποια στοιχεία ταίριαζαν, αλλά αυτά που ταίριαζαν δεν τον ικανοποιούσαν. Αυτά ενοχοποιούσαν τον Διακό κι’ αυτό δεν του καθόταν καθόλου καλά του αστυνόμου. Δεν ταίριαζε με το «μέσα του». Με τις πεποιθήσεις του, με τις αρχές του, με τη διαίσθησή του. Δεν μπορούσε να ταυτίσει τον Διακό με έναν στυγνό εγκληματία.

Ο Διακός ήταν εκ πεποιθήσεως κατά του εγκλήματος, κατά της πορνείας, κατά του εθισμού. Έτσι τουλάχιστον έδειχναν τα γραφτά του. Στα βιβλία του δεν περιέγραφε κάποιον παραδεισένιο κόσμο, κάποια αγία, αναμάρτητη κοινωνία. Αντίθετα ήταν γεμάτα με βρωμιά, με καταπίεση, με παρασυρμένους και παραστρατημένους ανθρώπους. Και με το μαγικό τρόπο που έγραφε, προσπαθούσε να κάνει τις κοινωνίες, τους ανθρώπους, πιο λίγο ή καθόλου παρα-βατικούς, πιο λίγο ευάλωτους στο κακό, να τους προσφέρει μια ασπίδα προστασίας, να τους πείσει να γυρίσουν πίσω. Πίσω στην κανονική ζωή απ’ όπου είχαν αποδράσει, για να ζήσουν το απατηλό όνειρο και να πεθάνουν μ’ αυτό.

Ο αστυνόμος διάβαζε το τρίτο βιβλίο του συγγραφέα Κώστα Διακού, προσπαθώντας να ανακαλύψει μια μικρή, έστω και αδιόρατη αντίθεσή του. Κάπου, κάτι που να ταιριάζει μ’ αυτό που είχε κάνει ο Διακός ή μ’ αυτό που τον κατηγορούσαν ότι είχε κάνει.....  Διάβαζε – διάβαζε, έπεφτε σε σκέψεις και σε συλλογισμούς, αλλά τίποτε. Εξακολουθούσε να βρίσκει το συγγραφέα τόσο «καλό», όσο τον είχε γνωρίσει μέσα από το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο του. Αλλά πάλι… ίσως, πού ξέρεις;

«Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου», έλεγε ο αστυνόμος και έσβησε το φως για να μην ενοχλεί τη συμβία του....

....Όλα τα στοιχεία από τη σήμανση και από τον ιατροδικαστή συνηγορούσαν στο ότι το θύμα ήταν γνώριμος με το δολοφόνο του. Όχι μόνο γνώριμος αλλά και άνθρωπος της εμπιστοσύνης του.

Ο δολοφόνος, είχε πλησιάσει από πίσω το θύμα του και του είχε καρφώσει το χαρτοκόπτη στον αυχένα, χωρίς εκείνος να στραφεί προς τα πίσω, χωρίς να αντιδράσει. Τίποτε. Έμεινε μπροστά στη βιβλιοθήκη, κρατώντας το χοντρό βιβλίο, που δεν πρόλαβε όμως ποτέ να το πάρει από ‘κει. Ο Θάνατος ήταν ακαριαίος. Ο κομμένος νωτιαίος μυελός είχε πάψει στη στιγμή να διαβιβάζει εντολές του μυαλού προς το χέρι του θύματος. Το χέρι είχε μείνει στη στάση που κρατούσε το βιβλίο. Απλά είχε ατονήσει το σφίξιμο του αντίχειρα και των άλλων δαχτύλων που κρατούσαν το βιβλίο. Έπεσε και στην πτώση του χτύπησε το μέτωπό του σε μια εξοχή της βιβλιοθήκης. Αναμφίβολα θύτης και θύμα ήταν γνώριμοι. Ίσως και κάτι παραπάνω από γνώριμοι· φίλοι. Ίσως και εραστές....

....«Ενός κακού, μύρια έπονται», είχε σκεφτεί ο Κώστας Διακός και τώρα τα κακά ερχόταν το ένα μετά το άλλο και τον πλάκωναν σαν χιονοστιβάδες. Ήταν προφυλακισμένος, περιμένοντας να δικαστεί. Ο γάμος του είχε πάει κατά διαβόλου και τώρα…

Ο ταχύτατα ανερχόμενος συγγραφέας Κώστας Διακός, που μέσα σε λίγα χρόνια είχε καταφέρει να γίνει ο πιο πολυδιαβασμένος συγγραφέας, τώρα είχε κάνει βουτιά, με το κεφάλι προς τα κάτω.  Οι πωλήσεις του δεν είχαν κάνει απλώς «κοιλιά», αλλά είχαν μηδενιστεί.

....Στην πόρτα του δωματίου εμφανίστηκε η συμβία του, κρατώντας δύο φακέλους.

 «Έφεραν και αυτά σήμερα», του είπε αφήνοντας τους φακέλους πάνω στο γραφείο.

«Τι είναι αυτά»;

«ΔΕΗ και νερό».

«Δεν μας παρατάνε καλύτερα. Όλα μαζί τα θυμούνται. Δυο – δυο, τρεις – τρεις οι λογαριασμοί. Λες και είναι συνεννοημένοι οι κερατάδες να μη μας αφήνουν φράγκο στην τσέπη», είπε φουρκισμένος και αναλογίστηκε τι είχε να πληρώσει με το που θα έπαιρνε το μισθό του. Μέχρι τώρα ήταν η δόση για το πλυντήριο και τα λεφτά που είχε να στείλει στο παιδί, στη Θεσσαλονίκη. Τώρα ήρθαν κι’ αυτά.

«Για να δούμε πόσα λεφτά είναι κι’ αυτά τα κερατιάτικα», σκέφτηκε και βάλθηκε να ανοίξει τους φακέλους.

Ο αστυνόμος, σαν αστυνόμος που ήταν, ήταν και πολύ μεθοδικός, αλλά και πολύ τυπικός και τακτικός. Το κάθε πράγμα έπρεπε να γίνει με το σωστό τρόπο. Ακόμη και οι φάκελοι αυτών των καταραμένων λογαριασμών έπρεπε να ανοιχτούν «σωστά».

Έβγαλε από το συρτάρι του γραφείου τον ξύλινο χαρτοκόπτη, αναμνηστικό από την πατρίδα του την Κρήτη.

Το μυαλό του πετάρισε σε έναν άλλο χαρτοκόπτη. Σ’ εκείνον το χαρτοκόπτη του Διακού. Στο όργανο του εγκλήματος.

Καταπιάστηκε να ανοίξει τον πρώτο φάκελο με το λογαριασμό.

Αμέσως μετά το πρώτο «χρουτς», ούτε ο μισός φάκελος δεν είχε ανοίξει, απέμεινε ακίνητος, αποσβολωμένος, με τα μάτια καρφωμένα στο δεξί του χέρι που κρατούσε το χαρτοκόπτη.  Εξέτασε με προσοχή το πως ακριβώς τον κρατούσε. Με ποια δάχτυλα και σε ποια θέση ήταν το κάθε του δάχτυλό..... σηκώθηκε όρθιος κρατώντας τον χαρτοκόπτη. Σήκωσε το χέρι του όσο πιο ψηλά μπορούσε και μετά το κατέβασε με μια κατακόρυφη κίνηση προς τα κάτω.

....«Μπα… δεν σφάζεται έτσι ένας άνθρωπός», μονολόγησε,  «και μάλιστα ένας ψηλός άνθρωπος που στέκεται όρθιος».

Μετά χούφτωσε καλά το χαρτοκόπτη και επανέλαβε την κίνηση. «Έτσι μάλιστα. Έτσι τον σφάζεις άνετα», διαπίστωσε....

...«Θανάση θα μου κάνεις μια χάρη;»

«Ότι θέλει ο Σήφης», του αποκρίθηκε ο Θανάσης.

Ο Θανάσης ήταν ο προϊστάμενος της σήμανσης. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Χρόνια στο κουρμπέτι· χρόνια στο Σώμα. Παλιές καραβάνες και οι δυο τους και τη συνεργασία τους θα τη ζήλευαν πολλοί.

Από τις εφτάμιση τον περίμενε τον Θανάση έξω από το γραφείο του και τελικά ο Θανάσης έσκασε μύτη στις οκτώ. Κόντευε να σκάσει από την ανυπομονησία.

«Έχεις τα τεκμήρια της υπόθεσης του Διακού», ρώτησε ο Μαράκης.

«Φυσικά… και σιγά τα τεκμήρια. Ένας χαρτοκόπτης είναι και ένα βιβλίο. Το ένα έχει τα αποτυπώματα του δράστη και το βιβλίο του τα αποτυπώματα του θύματος».

«Για το χαρτοκόπτη.  Μπορείς ρε Θανάση να μου κάνεις ένα σκίτσο. Ποιό δάχτυλο πατούσε πού; Δηλαδή… πώς τον κρατούσε το χαρτοκόπτη ο δολοφόνος»;

Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα