Προηγούμενο απόσπασμα

"Ανεξίτηλοι λεκέδες και πολύχρωμες πεταταλούδες"

 Αποσπάσματα από το "Άγγελοι και Δαίμονες"

(Σελίδα 4η από 5)

Είχε όλη τη ζωή μπροστά της και η ζωή της χαμογελούσε. Γιατί όχι; Είχε τα πάντα και ήταν τα πάντα.

Νέα, όμορφη, ευκατάστατη, δυναμική και… λίγο ανέμελη. Ένας άνθρωπος γεμάτος με όνειρα και επιδιώξεις. Ήταν γεμάτη με "θέλω" και με "πρέπει".  Αυτό το δεύτερο το "πρέπει" πήγαζε από την ανατροφή της. Το πρώτο, το "θέλω", ήταν οι επιδιώξεις της. Επιδιώξεις για μια πιο καλή, πιο τίμια, πιο δίκαιη ζωή.

Νέα: Στα είκοσι δύο της χρόνια σπούδαζε Νομική. Σε ένα χρόνο θα έπαιρνε το πτυχίο της και μάλιστα με καλό βαθμό.

Η πρακτική της άσκηση δεν την απασχολούσε καθόλου. Θα την έκανε σε ένα από τα καλύτερα Δικηγορικά γραφεία της Αθήνας. Αυτό ήταν εκ των προτέρων εξασφαλισμένο. Μετά… Θα ήταν πλέον η Δεσποινίς Συνήγορος. 

Άπα-πα. Ούτε να το σκεφτεί δεν ήθελε.

Το δικηγοριλήκι  δεν κυκλοφορούσε στις φλέβες της. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα υπερασπιζόταν παράνομους, εγκληματίες και κακοποιούς, προσπαθώντας να τους αθωώσει ή να μειώσει, να απαλύνει την ποινή τους, και για να πετύχει κάτι τέτοιο θα έπρεπε ίσως να καταφύγει και σε ψέματα. Δεν ήταν στα μέτρα της αυτός ο ρόλος. Δεν θα μπορούσε ποτέ να κοροϊδέψει τη Θέμιδα. Η δαμόκλειος σπάθη έπρεπε να έχει την ίδια ισχύ για όλους τους κακούς.

Το δικό της το όνειρο, το πρόγραμμά της την οδηγούσε αλλού: Μεταπτυχιακό σε μία ή και σε δύο χώρες με καλή Νομική ιστορία και μετά στροφή στο Δικαστικό κλάδο.

Είχε όλα τα φόντα να γίνει μια Δικαστίνα. Μια Δικαστής με μοναδικό μέλημά της την απονομή της δικαιοσύνης.

Όμορφη: Αν υπήρχε άνθρωπος που να αντίκριζε το πρόσωπό της και να μη το θαύμαζε, σίγουρα θα ήταν τυφλός....

 

....Ο πρώτος που συνάντησε ήταν ο Μάνος. Συμπτωματικά; Δεν θα το έλεγε, έτσι που από το πουθενά βρέθηκε από πίσω της, στη στάση του λεωφορείου. Μάλλον καμάκι ήθελε να της κάνει. Έπεσε διάνα, και ενώ ήταν έτοιμη να τον απωθήσει, την εμπόδισε το έντεχνο καμάκι του Μάνου.

Είχε πάει στου Ζωγράφου. Στα πανεπιστήμια. Της είχε τηλεφωνήσει μια ξαδέρφη της από τη Μυτιλήνη.

"Σε παρακαλώ, πετάξου μέχρι τη σχολή και δες τα αποτελέσματα. Δεν βρίσκω τα αποτελέσματα της βιομετρίας και δεν ξέρω: Βγήκαν; Δεν βγήκαν; Δεν μπορώ να τα βρω στη σελίδα της σχολής"....

....Τώρα; Τώρα είχε έρθει η ώρα του αποχωρισμού.

"Θέλεις να ξαναβρεθούμε;" Τη ρώτησε ο Μάνος.

"Γιατί όχι;" σκέφτηκε η Αντιγόνη. Τον εύρισκε αρκετά ενδιαφέροντα τύπο τον Μάνο. Ενδιαφέροντα και… όμορφο.

"Γιατί όχι;" του είπε.

Κανόνισαν να βρεθούν την άλλη μέρα σε μια καφετέρια στο Μαρούσι. Ήταν ένα παλιό στέκι της Αντιγόνης, αλλά τώρα δεν σύχναζαν εκεί, ούτε η ίδια ούτε και κανένας της παρέας της. Προληπτικά μέτρα. Δεν ήθελε να την πάρει κανένα μάτι ραντεβού με γκόμενο.

Παράξενο. Πολύ παράξενο της φάνηκε της Αντιγόνης που ο Μάνος ήρθε στο πρώτο τους ραντεβού παρέα με δυο φίλους.

"Ο Δημήτρης και ο Παύλος", έκανε τις συστάσεις. "Από 'δω η Αντιγόνη". Δικαιολογήθηκε για την παρουσία των παρείσακτων:

"Το βράδυ έχει μπάλα στο ΟΑΚΑ και μια που θα πηγαίναμε και οι τρεις… Να είπαμε να γλυτώσουμε τα διπλά ναύλα του ταξί". Καλή δικαιολογία άλλα όχι πολύ καλή για το πρώτο ερωτικό ραντεβού.....

...."Ας κάνουμε και καμιά ανανέωση στις παρέες μας", είχε συλλογιστεί.

Η παρέα, σαν παρέα, ήταν αρκετά γοητευτική. Ατέλειωτες συζητήσεις για ένα σωρό θέματα, ερωτήματα με ζουμί και ενδιαφέρουσες απαντήσεις. Και οι τρεις της παρέας ήταν άνθρωποι με κάποιο ενδιαφέρον. Και πάντα μαζί "το τρίο Στούτζες", τους αποκαλούσε η Αντιγόνη. Φίλοι αχώριστοι. Φίλοι που το μόνο που τους ένοιαζε, το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν μια φιλική Αντιγόνη. Ερωτικό ενδιαφέρον; Κανένα. Μόνο πότε - πότε η Αντιγόνη έπιανε τον Μάνο να την κοιτάζει με ένα λαίμαργο, ένα ύποπτο βλέμμα, αλλά… ήταν κάτι το στιγμιαίο. Ίσως και κάτι τελείως αθώο. Αφού είχαν συζητήσει διεξοδικά εκατοντάδες θέματα, η κουβέντα ήρθε στα ναρκωτικά. Στις ουσίες.

"Καπνίζεις;" Την ερώτηση την είχε κάνει ο Παύλος.

"Γιατί ρωτάς; Τώρα πριν μισή ώρα δεν το έσβησα το τσιγάρο. Καπνίζω αλλά να έτσι… για την πλάκα. Ποτέ δεν κάπνισα πάνω από πέντε τσιγάρα την ημέρα και δεν σκοπεύω να το αυξήσω".

"Δεν μιλάω για τσιγάρα, για βιομηχανικά προϊόντα. Μιλάω για ουσίες. Έχεις δοκιμάσει ποτέ;"

"Χριστός κι' Απόστολος. Ούτε τις δοκίμασα ποτέ και ούτε πρόκειται να τις δοκιμάσω", αντέδρασε πανικόβλητη η Αντιγόνη.

"Γιατί;" Τώρα είχε μπει και ο Μάνος στο παιχνίδι.

"Γιατί απλούστατα φοβάμαι τον εθισμό και τα τραγικά αποτελέσματά του. Ούτε να το σκεφτώ δεν θέλω".

"Εθισμό; Ο εθισμός είναι για τα ρεμάλια. Για ανθρώπους που δεν ξέρουν τι τους γίνεται, για άτομα που δεν μπορούν να ελέγξουν τον εαυτό τους και τις επιθυμίες τους".

Τη διάλεξη περί εθισμού την είχε δώσει ο Δημήτρης και συνέχισε.

"Εμείς; Μοιάζουμε για εθισμένα άτομα. Μπορείς να μας χαρακτηρίσεις μαστούρια;"

"Δηλαδή;… Δηλαδή τι; Εσείς καπνίζετε; Παίρνετε ουσίες;"

"Κατά πολύ αραιά διαστήματα, ναι. Μια φορά το μήνα, μια φορά στο δίμηνο. Και δεν είναι κάτι φοβερό. Ένα τσιγαριλίκι είναι που αν το λέγαμε ναρκωτικό θα το αναβαθμίζαμε υπέρμετρα. Η προσφορά του; Μισή με μια ώρα ευχάριστη, χωρίς σκέψεις , χωρίς βάσανα, χωρίς μαθήματα, χωρίς εξετάσεις. Πρέπει να δοκιμάσεις. Θα δεις είναι κάτι απλό, εύκολο και ακίνδυνο".

 "Ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω. Να λείπει το βύσσινο"....

....Η συζήτηση περί ουσιών έληξε εκεί. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να τη ζορίσουν την Αντιγόνη.

"Αγάλι - αγάλι γίγνεται η αγουρίδαν μέλι", συλλογίστηκε ο Μάνος.

Στη επόμενη συνάντηση της παρέας ή Αντιγόνη ήταν πιο περίεργη και την τρίτη φορά ενέδωσε.

"Στο κάτω - κάτω μια εμπειρία θα είναι. Καλή, κακή, δεν πρόκειται να τη συνεχίσω".  Αυτό που την έπεισε πιο πολύ για την αποκοτιά της ήταν αυτό που είχε πει ο Δημήτρης και ο Δημήτρης δεν έλεγε αρλούμπες και λόγια του αέρα.

"Νοιώθεις μια μοναδική αυτοπεποίθηση. Και το αίσθημα αυτό δεν σου φεύγει μετά. Παραμένει".

Αυτό ακριβώς χρειαζόταν και εκείνη. Αυτοπεποίθηση...

....Ο Παύλος γύρισε για δεύτερη φορά από την κουζίνα. Τώρα κρατούσε ένα πιάτο με τέσσερα τσιγαριλίκια μέσα. Άρχισε τη μοιρασιά. Οι κυρίες προηγούνται.

"Αυτό είναι δικό σου", είπε στην Αντιγόνη, προσφέροντας της το κλειδί της ουράνιας ευτυχίας. "Είναι πιο ελαφρύ από τα άλλα. Ειδικό για πρωτάρηδες". Έδωσε και στους άλλους δύο, κράτησε και το δικό του μερίδιο....

Το πάρτι είχε αρχίσει.

Δεν πρόλαβε να κάνει την πέμπτη τζούρα της. Μετά την τέταρτη ένιωσε ζαλάδα. Έγειρε το κεφάλι της πίσω, στη ράχη του καναπέ.  Το ταβάνι είχε χαμηλώσει και είχε αρχίσει να γυρνάει γύρω - γύρω, μέχρι που κατέληξε σε ένα τρελό στριφογύρισμα. Προσπάθησε να το σταματήσει. Μάταια. Το ταβάνι στριφογυρνούσε σε έναν ξέφρενο ρυθμό. Προσπάθησε να σηκωθεί να κουνήσει τα χέρια της, τα πόδια της, το κεφάλι της. Το σώμα της δεν άκουγε. Το κορμί της είχε παραλύσει. Σιγά - σιγά και οι αισθήσεις της. Το ταβάνι σταμάτησε να γυρίζει, γιατί είχε χαθεί από τα μάτια της. Σκοτάδι. Άκουσε έναν ήχο, κάτι σαν βούισμα μέλισσας, κάτι σαν τραγούδι. Τον άκουγε ή ήταν μέσα στο μυαλό της; Δεν καταλάβαινε αν τα χέρια της άγγιζαν κάτι ή αν κολυμπούσαν ελεύθερα στον αέρα χωρίς να ανήκουν στο σώμα της. Η αφή έπαψε να υπάρχει. Μαζί της και η βαρύτητα. Το σώμα της ήταν μετέωρο στο πουθενά.

"Πεθαίνω, μάλλον πεθαίνω". Ήταν ο τελευταίος συλλογισμός που μπόρεσε να κάνει το μυαλό της. Μετά τίποτε. Κενό και μετά το κενό ανυπαρξία.

....Εκείνο το βράδυ υπήρξε ένας σταθμός στη ζωή της. Έναςγκρίζος, σκοτεινός σταθμός, που όλα τα τρένα είχαν παγώσει εκεί. Δεν θα ξεκινούσε κανένα. Θα έμεναν για πάντα εκεί να σκουριάζουν. Δεν θα σφύριζαν. Μόνο θα έκλαιγαν. Δεν θα είχαν μέσα στα καζάνια τους ατμό, δύναμη για να προχωρήσουν. Πού να πάνε; Γιατί; Να κάνουν τί;

Οι γραμμές ήταν κομμένες. Δεν οδηγούσαν πουθενά. Κι' εκεί στο τέλος των γραμμών ήταν τα τάρταρα. Η φυλακή μιας καταστραμμένης ζωής. Της δικής της ζωής.

Εκείνο το βράδυ δεν θα το ξεχνούσε ποτέ στη ζωή της κι' ας μη θυμόταν τίποτα από ότι είχε συμβεί.

Μόνο το πρωί κατάλαβε τι είχε συμβεί εκείνο το βράδυ. Όλη εκείνη τη νύχτα. Τη νύχτα που σημάδεψε τη ζωή της. Τη νύχτα που έχασε τον εαυτό της. Τη νεανική της αθωότητα. Την πίστη της στους ανθρώπους. Τη νύχτα που της στέρησε στη ζωή....

....Ανέβηκε στο δωμάτιό της χωρίς να συναντήσει κανέναν. Ξεντύθηκε και πέταξε όλα της τα ρούχα στα άπλυτα. Ότι είχε ακουμπήσει στο βρωμισμένο σώμα της ήταν βρώμικο. Έκανε ένα ζεστό, πολύ ζεστό μπάνιο. Έτριβε το κορμί της με μανία θέλοντας να εξαλείψει, να εξαφανίσει κάθε τι το μιαρό, το μολυσμένο, το βρώμικο. Το κάθε μόριο από εκείνους τους αλήτες που μπορεί να είχε απομείνει στο κορμί της. Αισθάνθηκε το σώμα της καθαρό. Τυλίχτηκε στο μπουρνούζι της και έπεσε ανάσκελα στο κρεβάτι της. Αισθάνθηκε το σώμα της καθαρό, αλλά στην ψυχή της υπήρχε ένας μεγάλος ανεξίτηλος λεκές. Ένας λεκές που σκέπαζε την ύπαρξή της, τη ζωή της....

....Την άλλη μέρα δεν βγήκε καθόλου. Σκεφτόταν. Σκεφτόταν και έκλεγε. Η εκδίκησή της είχε γίνει έμμονη ιδέα.

"Πρέπει να τους βρω και θα τους βρω. Πάση θυσία πρέπει να τους βρω"

Δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν ότι ίσως να έπρεπε να παραμερίσει στην μπάντα την ιδέα της εκδίκησης. Η μόνη περίπτωση πια ήταν το να συναντήσει κάποιον από τους τρεις τυχαία στο δρόμο, αλλά και πάλι τί θα μπορούσε να κάνει; Να βάλει τις φωνές:

"Πιάστε τον. Πιάστε τον. Είναι ο βιαστής μου". 

Δεν ήξερε τι της ερχόταν να κάνει με τη σκέψη αυτή. Να βάλει τα κλάματα ή να γελάσει.

....Η ζωή της γινόταν κάθε μέρα και πιο δύσκολη. Το ένα ψέμα διαδεχόταν το άλλο. Γιατί; Για να προφυλάξει την οικογενειακή τους γαλήνη. Μια γαλήνη απ' την οποία η ίδια απουσίαζε. Μόνο γαλήνη δεν ένιωθε. Ήταν σαν να ζούσε μέσα σε έναν κυκλώνα που είχε ξεκινήσει εκείνη την αποτρόπαια νύχτα του βιασμού της και που τη στριφογύριζε συνέχεια. Ο δικός της κυκλώνας ήταν ανάποδος τη στριφογύριζε προς τα κάτω. Προς το χαμό, προς τα τάρταρα. Δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να της είχει συμβεί κάτι χειρότερο. Δεν υπήρχε τίποτε χειρότερο από αυτό που βίωνε. Κι' όμως… υπήρχε.

Επόμενο απόσπασμα
Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα