Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα
"Π για Παρελθόν, για Παρόν, για Πάντα και Ποτέ"
(Αποσπάσματα - Σελίδα 3η από 6)

Η απάντηση στη δεύτερη σκέψη της είχε δοθεί. Την είχε δώσει η ίδια στο εαυτό της. Απέμενε να λυθεί και η πρώτη απορία της:

"Γιατί με έχει πάρει στο κατόπι ο τύπος και γιατί με κοίταζε τόσο επίμονα;"Δεν τον έβλεπε αλλά ήξερε ότι την ακολουθούσε. Ότι είχε γίνει σκιά της. Έκανε πώς πισωγυρίζει για να δει μια άλλη βιτρίνα που την είχε προσπεράσει. Πισωγύρισε όχι για τη βιτρίνα, αλλά για να τον δει. Εκείνος δεν σταμάτησε με το πρόσχημα ότι πάλι κάτι χαζεύει. Την πλησίασε.

Καθώς την πλησίαζε τον περιεργάστηκε όσο πιο καλά μπορούσε. Ένας άγνωστος. Τίποτε δεν της θύμιζε. Σίγουρα δεν τον είχε ξαναδεί δεν τον είχε ξανα-συναντήσει, δεν ήταν άνθρωπος του περιβάλλοντός της. Εξάλλου ήταν και ηλικιωμένος.....

Το μυστήριο έπρεπε να λυθεί.

"Συγνώμη δεσποινίς, μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;"

"Παρακαλώ… Τι θέλετε;"

Τί να ήθελε άραγε;

Την πλησίασε και στάθηκε απέναντί της. Της μίλησε. Το μυστήριο έπρεπε να λυθεί.

"Συγνώμη δεσποινίς, μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;"

"Παρακαλώ… Τι θέλετε;"

Αλήθεια· τι ήθελε; Απλά ήθελε να μάθει, αλλά… τί και πώς θα έπρεπε να τη ρωτήσει;

"Τη μητέρα σας…. Τη μητέρα σας μήπως την έλεγαν Καίτη;"

Την είδε για λίγη ώρα σκεπτική. Την είδε να προβληματίζεται. Τί να σκεφτόταν; Ίσως να τον διαολοστείλει.

"Δεν μ' αφήνεις στην ησυχία μου άνθρωπέ μου;" Δεν του είπε κάτι τέτοιο. Απλά κάτι σκεφτόταν.

Πάντως δεν την προβλημάτιζε το όνομα της μητέρας της. Όλοι οι άνθρωποι ξέρουν πως τη λένε τη μάνα τους. Η απάντηση θα πρέπει να ήταν πολλή απλή. Ή ένα "ναι" ή ένα "όχι". Αυτή όμως δεν έλεγε τίποτε. Απλά σκεφτόταν.

Επανέλαβε την ερώτησή του, εμπλουτισμένη αυτή τη φορά. Μ' αυτό θα τη στρίμωχνε σε ένα αδιέξοδο. Θα την υποχρέωνε να πει ένα "ναι" ή ένα "όχι".  Αλήθεια ο ίδιος ποιά από τις δυο απαντήσεις περίμενε;

Το "ναι" θα έλυνε το μυστήριο. Το "όχι"… Το "όχι" δεν θα σήμαινε τίποτε.

"Τη μητέρα σας την έλεγαν Καίτη και τη θεία σας Γεωργία. Έτσι δεν είναι;"

Η έκπληξη αντικατέστησε την απορία που ήταν ζωγραφισμένη στο οστεώδες, αλλά κατά τα άλλα όμορφο πρόσωπο του κοριτσιού. Σαν να έχασε την ισορροπία της. Σαν να παραπάτησε λες και κλονίστηκε. Άργησε λίγο να απαντήσει. Μάλλον κάπου αλλού φτερούγιζε το μυαλό της. Προσπάθησε να βρει τη λαλιά της. Τα κατάφερε.

Τελικά άνοιξε το στόμα της.

"Ναι", είπε, καθώς τον κοίταζε έντονα, εξεταστικά μέσα στα μάτια.

"Ναι", επανέλαβε. "Αλλά… εσείς ποιος είστε; Και γιατί…"

Πρακαλώ… Τι θέλετε;"

"Τη μητέρα σας…. Τη μητέρα σας μήπως την έλεγαν Καίτη;"

"Ωραίος τρόπος για να κάνεις καμάκι σε μια κοπέλα" σκέφτηκε. "Αμολάς ένα όνομα στην τύχη, αν έπιασε εντάξει, αν δεν έπιασε πάλι εντάξει. Πρόσχημα για να πιάσεις κουβεντούλα". Έμεινε για λίγο σκεφτική.

"Αλλά πάλι… Τί καμάκι στην ηλικία του, ρε γαμώτο; Όμως δεν ξέρεις. Άντρας δεν είναι; Σκατά. Όλοι οι άντρες από λάσπη είναι πλασμένοι. Από λάσπη τους έκανε ο Θεός".

Δεν του απάντησε. Εντάξει… Καίτη την έλεγαν τη μητέρα της, αλλά… τί μ' αυτό; Ένας άγνωστος ήταν που χώθηκε στο δρόμο της και… και την παρενοχλούσε.

Η δεύτερη ερώτηση του ήρθε καπάκι στην πρώτη και την άφησε άναυδη.

  "Τη μητέρα σας την έλεγαν Καίτη και τη θεία σας Γεωργία. Έτσι δεν είναι;"

Παραξενεύτηκε. Για λίγο έχασε τη λαλιά της. Έτσι ήταν. Ακριβώς έτσι. Άρα ο άγνωστος ήταν γνωστός. Όχι δικός της, αλλά της θείας της και της μητέρας της. Τώρα καταλάβαινε και γιατί την είχε πλησιάσει. Τώρα ήξερε γιατί την έβλεπε, γιατί την εξέταζε τόσο αδιάκριτα. Γιατί ήταν ίδια κι' όμοια με τη μητέρα της. Ίδια σαν δυο σταγόνες νερού.

"Ναι", είπε καθώς προσπαθούσε να συνέλθει από την έκπληξη και καθώς παίδευε το μυαλό της να θυμηθεί αν τον ξέρει και η ίδια.

"Ναι", επανέλαβε και ρώτησε: "Αλλά… εσείς ποιός είστε; Και γιατί…".

Δεν πρόλαβε να αποσώσει την ερώτησή της γιατί ήξερε. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η υπόνοια μιας θύμησης της έγινε εμμονή. Σίγουρα ήταν αυτός: Ο τρίτος άνθρωπος στη μια φωτογραφία και ο ένας άνθρωπος, ο μοναδικός στην άλλη.  Σε δύο φωτογραφίες  μυστικές, απόρρητες και αμαρτωλές.

Τώρα προχωρούσε δίπλα της. Πού πήγαιναν; Πουθενά. Απλώς προχωρούσαν ο ένας δίπλα στον άλλο.

Η απορία του είχε λυθεί: Ήταν κόρη της. Μόνο έτσι μπορούσε να δικαιολογηθεί η τόσο μεγάλη, η τόσο καταπληκτική ομοιότητα.

Για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή ένιωσε σαν να προχωράει δίπλα στην Καίτη, δίπλα στη μητέρα της, αλλά δεν ήταν έτσι. Μια ψευδαίσθηση λίγων λεπτών ήταν . Ίσως λίγων δευτερολέπτων.

Αυτή την ίδια στιγμή αισθάνθηκε ενοχές. Μ' αυτό που συνέβαινε βεβήλωνε τη μνήμη του δικού του ανθρώπου. Της γυναίκας του. Της γυναίκας που είχε αγαπήσει και που είχε αγαπηθεί. Που είχε ζήσει μαζί της μια ολόκληρη ζωή. Τριάντα πέντε χρόνια. Τριάντα πέντε χρόνια αγάπης, στοργής, ευτυχίας και αφοσίωσης. Της γυναίκας που ήταν η αγαπημένη του και η αγαπημένη μητέρα των παιδιών του.

Περπατούσε δίπλα σε μια άλλη γυναίκα. Ντράπηκε. Αλλά… Όχι δεν περπατούσε με μια άλλη γυναίκα. Περπατούσε δίπλα σε μια ανάμνηση απ' τα παλιά. Από τα πολύ παλιά. "Μια ανάμνηση δεν βεβηλώνει τη μνήμη της", σκέφτηκε και έδωσε άφεση αμαρτιών στον εαυτό του. Συνέχισαν να προχωρούν δίπλα - δίπλα.  Γιατί;......

"Τι κάνει η μητέρα σου; Είναι καλά; Πού είναι;"

"Έχει πεθάνει. Πέθανε πριν από τρία χρόνια. Ένα από τα πολλά κρυολογήματά της απέβη μοιραίο", του απάντησε.

Η θλίψη έγινε έκδηλη στο πρόσωπό του. Λες και του είχαν πει κάτι που ήταν αδύνατον να γίνει.

"Πέθανε;" Λες και δεν το πίστευε. "Πόσο πολύ λυπάμαι!"

Θυμήθηκε κάτι που της το έλεγε συχνά.  Λες να ήταν προφητεία;

"Εσύ θα πας από κρυολόγημα", της έλεγε. Εκείνο το χειμωνιάτικο μήνα πάντα ήταν με ένα μαντήλι στο χέρι και τυλιγμένη με ένα χοντρό κασκόλ και πάντα του έλεγε:

"Κρυώνω".

Την έπαιρνε στην αγκαλιά του να τη ζεστάνει, αλλά αντί γι' αυτό της έβγαζε τα ρούχα και γυμνοί έπεφταν στο κρεβάτι. Κι' αυτή η μέθοδος όμως είχε αποτέλεσμα. Τη ζέσταινε η αυτό που ένοιωθε ήταν κάτι πολύ πιο πάνω από την αίσθηση του κρύου.

Έμεινε αρκετή ώρα σιωπηλός με το μυαλό του να ταξιδεύει στο τότε και σε 'κείνη.

Αναλογιζόταν. Δεν πίστευε σ' αυτά τα πράγματα, αλλά απ' το μυαλό του πέρασε μια σκέψη. Τρελή σκέψη, αλλά… μυαλό είναι αυτό και ότι θέλει σκέφτεται.

Αν… όταν θα πέθαινε κι' αυτός… Αν εκεί, στον άλλο κόσμο, στον κόσμο των ψυχών, αν τη συναντούσε τί θα συνέβαινε;

"Τίποτε", έβγαλε το συμπέρασμα μόνος του. "

Τίποτε απολύτως. Θα ήμασταν δύο τελείως ξένοι, δύο τελείως ουδέτεροι, δεν θα υπήρχε τίποτε το κοινό ανάμεσά μας".

Σε ένα κόσμο χωρίς ύλη, χωρίς κορμιά, χωρίς σάρκα δεν θα μπορούσε να τους ενώσει τίποτε.

Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα