Προηγούμενα αποσπάσματα
Επόμενα αποσπάσματα
"Ζωζώ - δύο ιστορίές"
Αποσπάσματα - Σελίδα 4η από 6)
Τόσα πολλά λουλούδια δεν είχα πουλήσει ποτέ στη ζωή μου και αυτό ήταν επόμενο αφού για πρώτη μου φορά πουλούσα λουλούδια. Ούτε άλλη φορά είχα κουραστεί τόσο πολύ, αλλά ήταν και η πρώτη φορά που ένοιωσα τόσα πολλά λιγούρικα μάτια να με καρφώνουν. Ήμουν που ήμουνα μισόγυμνη, κι’ αυτοί με τα μάτια τους με ξεβράκωναν ολόκληρη. Α ρε, όλοι οι άντρες λιγούρια είναι.....

....Και πούλησα, πούλησα, πούλησα. Τα γκαρσόνια δεν πρόφταιναν να σκουπίσουν την πίστα και το πλατό, και πάλι ξαναγέμιζαν με λουλούδια. Σαββατόβραδο ήτανε βλέπετε. Μέχρι και η κουτσή Μαρία στα μπουζούκια πήγαινε. Και δως’ του λουλούδια και φέρε και σε μένα μανάρι μου, και δώσε και σε μένα γλυκιά μου, και τι κορμί θανατηφόρο είν’ αυτό, και δώς’ του να τρέχουνε τα σάλια τους και να γυαλίζει το μάτι των αρσενικών και να τους κάνουνε σκηνή οι γυναίκες τους και οι αρραβωνιάστηκες τους: «Και τι παραπάνω έχει αυτή βρε που δεν το έχω εγώ;» Αλλά εμένα τι μ’ ένοιαζε; Λουλούδια να πουλάω και να πέφτουν τα φιλοδωρήματα. Και που μου πιάσανε και δυο τρεις φορές τον κώλο, τί έγινε; Τι είχαμε τι χάσαμε.

{Πολιτικά δρώμενα: Ιούλιος 1965-1966}
....Από το ραδιόφωνο της Σίλβης είχα μάθει ότι το παλάτι, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος δηλαδής είχε καταργήσει από Πρωθυπουργό τον Παπανδρέου και σχηματιστικέ η Κυβέρνηση Νόβα....

 ....Ο Γέρος ο Παπανδρέου κωλοτριβόταν ή να γίνουν εκλογές ή να τον ξανακάνουν Πρωθυπουργό, αλλά αυτό το φρούτο ήταν απαγορευμένο.

Στις 12 Αυγούστου ο Βασιλιάς του το ξεκαθάρισε: «Πρωθυπουργός δεν ξαναγίνεσαι».

Στις 20 Αυγούστου άλλη Κυβέρνηση. Πρωθυπουργός αυτή τη φορά ορκίζεται ο Ηλίας Τσιριμώκος.

 Άλλο φρούτο πάλι αυτό. Δηλαδής ο Νόβας το χάρηκε δεν το χάρηκε το Πρωθυπουργιλίκη ένα μήνα. Άντε να δούμε πόσο θα μας πάει και ο Τσιριμώκος. Αυτός ούτε δέκα μέρες δεν κράτησε. Στις 20 Αύγουστου ανέβηκε, στις 28 κατέβηκε. Εμ’ αφού δεν πήρε ψήφο εμπιστοσύνης τί θα ‘κανε;....

Στις 17 του Σεπτέμβρη του 1965 καινούριο όνομα. Τώρα σειρά είχε ο Στέφανος Στεφανόπουλος και η κυβέρνηση του ονομαστικέ «Κυβέρνηση Εθνικής Ανάγκης».

Τί Εθνικής Ανάγκης; Όχι ανάγκη, κόψιμο τους είχε πιάσει όλους και με το παραδάκι που ερχόταν από την Αμερική, λαδωνόταν οι βουλευτές της Ένωσης Κέντρου και δεν πρόφταιναν ποιος να αποστατήσει πρώτος για να συνταχτεί με το Παλάτι....

Φλεβάρης μήνας ήτανε. Φλεβάρης του 1967. Τι σκατά είχε γίνει δεν ξέρω, αλλά ξύπνησα κατά τις δώδεκα το μεσημέρι, από σταγόνες νερό που στάζανε στο πρόσωπο μου. Πετάχτηκα επάνω κατατρομαγμένη και τί να δω; Όλο το ταβάνι του σπιτιού να είναι μούσκεμα και να σταλάζει λες και ήταν σύννεφο που έβρεχε. Τέτοια χαλασιά δε μου ‘χε ξανατύχει. Ρίχνω ένα ρούχο στην πλάτη μου και ανεβαίνω στους από πάνω. Τί να δω; Με σκούπες, κουβάδες και φαράσια προσπαθούσαν να μαζέψουν τα νερά από το πάτωμα που με μερικές μεριές ήτανε μέχρι και πέντε πόντοι.

«Τί πάθατε καλέ;» ρωτάω.

«Τι να πάθουμε; Δε βλέπεις; Έσπασε μια σωλήνα του νερού και γίναμε χάλια. Τόσο νερό πια…».....

....«Τώρα; Πού κοιμάσαι τώρα;» Να μείνω στο σπίτι; Ούτε λόγος να γίνεται. Έτσι και κοιμόμουνα μέσα σε ‘κέινη την υγρασία θα ξυπνούσα σκεβρωμένη σαν κι’ εγώ δεν ξέρω τι. Σκέφτηκα για ξενοδοχείο, αλλά, «Δεν είναι καιρός για έξοδα». Είπα και τότε μου ‘ρθε η ιδέα:

«Ρε συ, το δωματιάκι μου στο μαγαζί». Μια χαρά δωματιάκι ήτανε. Και πόσο θα κρατούσε το κακό; Μια βδομάδα; Δέκα μέρες;

«Στο δωματιάκι μου», αποφάσισα. Μάζεψα μερικά ρούχα, σεντόνια κουβέρτες, ότι ήταν χρειαζούμενο δηλαδή και… μετακόμισα.

....Δεν ξέρω τι έφταιγε, το ότι είχα αλλάξει περιβάλλον; Ότι ο καναπές ήταν σκληρός και δε βολευόμουνα; Πάντως μάτι δεν έκλεισα σχεδόν μέχρι το μεσημέρι.

Μια μου έφταιγαν τα σεντόνια, μια το μαξιλάρι, μια κρύωνα, μια ζεσταινόμουν, δεν ξέρω τι σκατά με είχε πιάσει. Και μέσα σε’ εκείνη την παραζάλη που για μια στιγμή ερχόταν ο ύπνος και πάλι στη στιγμή ξανάφευγε, πέρασαν απ’ το μυαλό μου όλοι οι άντρες της ζωής μου. Της μέχρι τότε ζωής μου φυσικά… γιατί μετά…

Πρώτος και καλύτερος ο Λάμπης ο Μπεγλέρης, ο παιδεραστής.

Μετά τα αγόρια της γειτονιάς που όλο μου κωλο-τριβόταν όταν παίζαμε κρυφτό.

Ο Τζώνης… αυτός κι’ αν με βασάνισε στην παραζάλη του ύπνου και του ξύπνου μου.

Ο κυρ-Γρηγοράκης… με έπιασε ναυτία. Μου ‘ρθε να ξεράσω.

Μετά… μετά ο κύριος Νίκος. Αυτός καλός ήτανε. Καλός και απλοχέρης.

Και τώρα… Κάθε βράδυ δεκάδες μάτια να με κοιτάζουν λιγούρικα, να με ξεβρακώνουν και να με ποθούν. Καψούρια του κερατά οι πιο πολλοί. Μη σας πω ότι ερχόταν για μένα στο μαγαζί, παρά για το πρόγραμμα, αλλά και με το δίκιο σας, θα γυρίσετε και θα μου πείτε: «Πολύ ψηλά δεν τον πήρες τον αμανέ ρε Ζωζώ;»

Κι’ εγώ σας ρωτώ: Αν δεν ήταν έτσι, τί ερχόταν να κάνουν κάθε βράδυ στο μαγαζί; Να μάθουν απ’ όξω το πρόγραμμα; Εξετάσεις θα το έδιναν;

Έμενα όμως κάθε βράδυ με παραζάλιζαν: Φέρε ένα καλαθάκι τώρα, σε λίγο άλλο ένα καλαθάκι και μετά ακόμα ένα. Θέλεις τρία ή πέντε ή δέκα καλαθάκια κύριος. Παρ τα μια κι’ έξω και έχε τα να τα πετάς ή έχε τα να τα καμαρώνεις. Όχι ένα – ένα.

Αλλά δε θέλανε τα καλαθάκια. Τη Ζωζώ θέλανε. Γιατί τόση λιγούρα στα μάτια δε μπορεί να ήταν για τα γαρύφαλλα. Για άλλο πράμα ήταν η λιγούρα.

«Μα τι στην ευχή το κοκαλάκι της νυχτερίδας έχω και τραβάω τους άντρες;» διερωτήθηκα. Λες και ήμουν μέλι και όλοι οι άντρες ερχόταν και κολλούσαν επάνω μου σαν τις μύγες.

Πάνω που τα σκεφτόμουνα αυτά, σηκώθηκα, άναψα τα φώτα γύρω από το μεγάλο καθρέφτη και άρχισα να ξεντύνομαι μέχρι που έμεινα τσίτσιδη. Άρχισα να κοιτιέμαι, λες κι’ έψαχνα να βρω πού είναι αυτό το κοκαλάκι της νυχτερίδας, μα δεν το βρήκα. Βρήκα όμως μια Ζωζώ χάρμα. Έμεινα να κοιτιέμαι και να θαυμάζομαι αρκετή ώρα αλλά δε θα σας περιγράψω πώς ήμουνα, ένα πράμα μόνο θα σας πω:

Ότι κι’ εγώ αν ήμουν άντρας πολύ θα λαχταρούσα να με πηδήξω. Πολύ καψούρης θα ήμουνα με ‘μένα. Ήμουν το πιο λαχταριστό θηλυκό που μπόρεσε να φτιάξει η φύση.

Και τότε πήρα την απόφαση:

«Θα σε πουλήσω κορμί μου. Θα σε πουλήσω όμως ακριβά κι’ εκεί που θέλω εγώ».

Και επειδή το γοργόν και χάρη έχει, ντύθηκα και έβγαλα από το βαλιτσάκι μου τα ραβασάκια που είχα μαζέψει όλον αυτό τον καιρό που πουλούσα λουλούδια και που ήταν εκατό και πάνω και έγραφαν ότι χαζό και παλαβό μπορούσε να γραφτεί από καψούρια. «Σε ποθώ», «σε θέλω», «για μια νύχτα μαζί σου τα δίνω όλα», «μανάρι μου» ο ένας, «οπτασία μου» ο άλλος, «σκοπέ της ύπαρξης μου» ο τρίτος… ότι μπορείτε να φανταστείτε. Είχε και μερικά πολύ πρόστυχα και αισχρά, που ακόμη κι’ εγώ ντρέπομαι να σας πω τι έγραφαν.

Έπρεπε να διαλέξω και αυτό δε θα γινόταν φυσικά με το «ένι μένι ντουντουμένι».

Με τη λογική και με τη διαίσθηση έπρεπε να διαλέξω.

Τώρα θα μου πείτε, ακόμη δεν το αποφάσισες, έπρεπε να το βάλεις και σε εφαρμογή; Ε άντε μη σας πω κι’ εγώ. Δηλαδή για ποια με περάσατε; Για την Οσία Ζωζώ; Άνθρωπος ήμουν κι’ εγώ. Κορίτσι στον καιρό του, που λένε. Έβραζε το αίμα μου. Όχι μόνο τα αίμα μου, όλο το κορμί μου έβραζε κι’ εγώ το είχα παραμελημένο από την εποχή του Τζώνη. Είχα τις ανάγκες μου κι’ εγώ. Ήθελα έναν γκόμενο ρε παιδιά και είπα να συνδυάσω το «τερπνόν μετά του ωφελίμου»

Η λογική και η διαίσθηση λοιπόν.

Πέταξα όλα τα παλιά ραβασάκια, και άρχισα να ξεφυλλίζω τα πιο καινούρια. Και πιο καινούριο απ’ όλα ήταν ένα που ήταν πάνω - πάνω και που δεν ήταν καν ραβασάκι. Μια κάρτα ήταν. Από αυτές τις μικρές τις επαγγελματικές κάρτες. Καρτ-βιζίτ τις λένε νομίζω. Από τη μια μεριά ήταν γραμμένη σε μια ξένη γλώσσα, Αγγλικά πρέπει να ήτανε και από την άλλη στα Ελληνικά.

Πάνω - πάνω είχε το σήμα μιας Τράπεζας. Το ίδιο σήμα που είχε και το βιβλιάριο των καταθέσαν μου και έγραφε: Τράπεζα τάδε. Παρακάτω στη μέση σχεδόν έγραφε το όνομά του, Ανδρέας τάδε και παρακάτω: Ανώτερο Τραπεζικό Στέλεχος.....

.....Έκανα μια ανάληψη δυο χιλιάρικα. Όχι δηλαδής ότι χρειαζόμουν λεφτά, αλλά ήθελα να δω την κίνηση. Την κίνηση του λογαριασμού εννοώ. Πήρα τα λεφτά και είδα το βιβλιάριο. Πάνω από ‘κει που είχε γραμμένη τη σημερινή ανάληψη είχε μια καταθεσάρα είκοσι πέντε χιλιάδες δραχμές παρακαλώ. Δίπλα έγραφε: Από μεταφορά λογαριασμού.

Μπράβο Αντρέα…. Αυτό κι’ αν ήταν το … «μετά του ωφελίμου».....

....Σας είπα την Πέμπτη το μαγαζί δε δούλευε. Είχαμε ρεπό. Έτσι το βράδυ της Πέμπτης ευχαριστιόμουν ύπνο, γιατί άλλο είναι να κοιμάσαι τη μέρα και άλλο είναι να κοιμάσαι τη νύχτα.

Εξ άλλου τη νύχτα που είναι μαύρη και σκοτεινή γι’ αυτό την έκανε ο Θεός. Για να κοιμόμαστε.

Και η Παρασκευή ήταν η καλή μου μέρα. Ξυπνούσα ξεκούραστη και χορτασμένη από ύπνο και έπαιρνα δρόμο για ψώνια.

 

{Πολιτικά δρώμενα: Απρίλιος 1967-Πραξικόπημα}

Εκείνη την Παρασκευή όμως όλα πήγαν στραβά κι’ ανάποδα. Με το που ξύπνησα κατά τις εννιά και έβαλα να ψήσω ένα καφεδάκι, άνοιξα και το ραδιόφωνο ν’ ακούσω κανένα τραγουδάκι, να πάει καλά η μέρα.

Δεύτερο πρόγραμμα άκουγα συνήθως, που είχε πιο πολύ Ελληνικά τραγούδια και τα Ελληνικά τα τραγούδια πολύ μου αρέσανε.

Τί είπατε; Ελληνικά τραγούδια; Εντάξει Ελληνικά ήτανε, αλλά… «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, δεν την σκιάζει φοβέρα καμιά…» και τα λοιπά. Μετά «Πάνω ‘κει στης Πίνδου μας τις κορφές που θαρρείς τ’ αστέρια φιλούνε…» και συνέχιζε: «Αεροπόρος θα γενώ τη γη να μην αγγίζω να βρίσκομαι στον ουρανό τα σύννεφα να σκίζω».

«Λες να είναι καμιά Εθνική γιορτή», αναρωτιέμαι. Η 25η Μαρτίου είχε περάσει απ’ ό,τι θυμόμουνα και η 28η Οκτωβρίου ήταν πολύ μακριά ακόμη. Εγώ αυτές τις γιορτές θυμόμουνα απ’ το σχολείο.

«Ρε λες να κάνω λάθος μέρα και να είναι 25 Μαρτίου σήμερα;» αναρωτιέμαι, κοιτάω στο ημερολόγιο και βλέπω ότι δεν έκανα κανένα λάθος. Παρασκευή 21 Απριλίου έγραφε το ημερολόγιο στον τοίχο.

Αλλάζω σταθμό, πιάνω πρώτο πρόγραμμα, τα ίδια. Το ίδιο ακριβώς εμβατήριο. Πιάνω τρίτο πρόγραμμα, αν και το τρίτο δεν το γούσταρα καθόλου, όλο κλασσική μουσική και κάτι κλάψες έβαζε, το ίδιο κι’ εδώ. Λες και είχανε βάλει καρμπόν και όλοι οι σταθμοί και παίζαμε τα ίδια εμβατήρια.

«Μπα… κάτι θα πάθανε τα στούντιο τους φαίνεται. Κάποια βλάβη θα έχουνε», σκέφτομαι και κλείνω το ραδιόφωνο, αλλά κάτι σκατένιοι ψύλλοι είχαν αρχίσει να γαργαλάνε τα αφτιά μου

«Τί γίνεται ρε;» 

Κλείνω το ραδιόφωνο, ντύνομαι και βγαίνω για τα ψώνια μου. Πρώτα Σουπερ Μάρκετ.

Καλά το λες αλλά πως το κάνεις. Δεν πρόλαβα να βγω στην Αχαρνών και πέφτω πάνω σ’ έναν φαντάρο με την ξιφολόγχη περασμένη στο όπλο του. Καθώς τον πλησιάζω μου πετάει ένα «Αλτ».

«Τί Αλτ ρε; Κλέφτες και αστυνόμους παίζουμε;» σκέφτομαι και συνάμενη κουνάμενη συνεχίζω το δρόμο μου.

«Δεσποινίς σε παρακαλώ να γυρίσεις πίσω», μου λέει ο φαντάρος και σηκώνει λίγο απειλητικά το όπλο του.

«Γιατί ρε φίλε; και πώς θα πάω να κάνω ψώνια μου;» τον ρωτάω.

«Τί ψώνια δεσποινίς; Όλα είναι κλειστά σήμερα. Όλοι πρέπει να είναι στα σπίτια τους σήμερα. Δεν κυκλοφορεί κανένας. Τέτοια διαταγή έχουμε».....

Προηγούμενα αποσπάσματα
Επόμενα αποσπάσματα