Saint Saens - Rondo capricciozo -
00:00 / 00:00
- Εσπερινοί - Μ.Χατζιδάκης
00:00 / 00:00
Σκαλκώττας - 5 Ελληνικοί χοροι -
00:00 / 00:00
Επόμενο απόσπασμα
"Π για Παρελθόν, για Παρόν, για Πάντα και Ποτέ"
(Αποσπάσματα - Σελίδα 1η από 6)

Προλογος

Χρονολογικό παράδοξο!

Ένας χειμώνας επιστρέφει και ανταμώνει την άνοιξη.

Μια άνοιξη πολύ παλιά, ξεχασμένη. Μια δική του άνοιξη. Γεμάτη με θύελλες και καταιγίδες.

Τότε…

Έπρεπε να είχε φύγει, να κρυφτεί, να προφυλαχτεί από την καταιγίδα που κρεμόταν στον ουρανό. Από την θύελλα που μαστίγωνε τα κορμιά και των δύο.

Έμενε και ίσως να έμενε για πάντα, μέχρι την τελική πτώση, μέχρι την ολική καταστροφή. Έμενε γιατί και δεν μπορούσε, αλλά και δεν ήθελε να φύγει.

Ευτυχώς… Κάποτε οι συνθήκες τον ανάγκασαν να φύγει.

Τώρα! Τώρα την ανταμώνει πάλι.

Η ίδια άνοιξη στέκεται μπροστά του και του ζητά να της ανθίσει τα λουλούδια της.

Μα πώς; Πώς είναι δυνατόν να λουλουδιάσει η άνοιξη μέσα στην παγωνιά;

Αν όμως;….

Ένας άγνωστος. Ίσως να μην τον είχε ανταμώσει ποτέ, αν είχε κατέβει στη σωστή στάση του λεωφορείου.

Έκανε όμως λάθος . Κατέβηκε σε λάθος στάση. Πάντα, το ένα λάθος φέρνει και το δεύτερο  ίσως και το τρίτο.

Ένας γνωστός - άγνωστος. Αυτός που είχε χαράξει ανεξίτηλα τη ζωή μιας γυναίκας. Τη ζωή της μητέρας της.

Τί ήξερε για αυτόν τον άνθρωπο;

Τί έπρεπε ακόμη να μάθει;

Και πώς;

Πού θα την οδηγούσε αυτή η γνωριμία με τον γνωστό - άγνωστο;

Στην κόλαση ή στον Παράδεισο;

Αμφιταλαντευόταν.

Ίσως όμως τώρα να έβρισκε ότι δεν έχει βρει στα είκοσι επτά της χρόνια. Ίσως να ζούσε ότι μέχρι τότε δεν είχε ζήσει.

 

Αποσπάσματα

Άνοιξε το πακέτο με τα τσιγάρα. Καταστροφή.

Ένα και μοναδικό τσιγάρο μέσα και η νύχτα ήταν στα γεννοφάσκια της.  Μόλις οκτώ παρά τέταρτο.  Τώρα;

Πώς θα την έβγαζε μέχρι να πάει για ύπνο και πώς θα έπινε τον πρωινό καφέ του χωρίς τσιγάρο. Καφές χωρίς τσιγάρο!…

Γαμώτο", μονολόγησε και το εννοούσε. "Άντε τώρα τρέχα για τσιγάρα βραδιάτικα". Σκέτη αγγαρεία. Καμιά όρεξη δεν είχε να πλυθεί, να ντυθεί για να πάει πού; Μέχρι το περίπτερο, διακόσια μέτρα παραπάνω.

Αλλά… "ανάγκας θεοί πείθονται" και το τσιγάρο του ήταν πραγματική ανάγκη.

Η έννοια "εξάρτηση" από μόνη της δεν σηματο-δοτούσε τίποτε γι' αυτόν. Οι λέξεις "αδυναμία", "αιτιώδεις σχέση", "εθισμός", "έλλειψη ανεξαρτησίας",  "υποτέλεια", μαζί με την "εξάρτηση", ίσως να έδιναν μια εικόνα της σχέσης του, με τον καπνό, τη νικοτίνη και την πίσσα.....

....Και ο ίδιος· όλους τους νοιαζόταν. Το γιο του, την κόρη του και τη γυναίκα του. Τόσα χρόνια… Τόσα χρόνια αυτή ήταν η έγνοια του. Να είναι όλοι καλά, Να είναι χαρούμενοι κι' ευτυχισμένοι. Τώρα… Τώρα δεν είχε αυτή την πολυτέλεια. Τώρα νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό του.  Αφού ήταν μόνος…

Ο γιος του ήταν στο εξωτερικό και καλά έκανε. Δούλευε σε μια Ελβετική εταιρεία. Ο ξενιτεμός του ήταν η μόνη λύση για να αξιοποιήσει τα έξι χρόνια των σπουδών του. Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει αν έμενε στην Ελλάδα θα ήταν να δουλεύει σαν Delivery σε καμιά πιτσαρία ή… τίποτε. Έφυγε λοιπόν και καλά έκανε.

Η κόρη του: Ευτυχώς έπιασε δουλειά αμέσως μετά που τελείωσε τις σπουδές της. Σε μια μεγάλη εταιρεία, με έναν μικρό μισθό. Έστω. Τουλάχιστον ήταν εδώ. Αυτή δεν είχε ξενιτευτεί αλλά έμενε με τον αρραβωνιαστικό της 

Η γυναίκα του: Αυτή είχε φύγει. Τον είχε εγκαταλείψει. Μετά από μια λάθος ασθένεια, μια λάθος γνωμάτευση και μια λάθος επέμβαση ήρθε ο θάνατος. Αυτός ήρθε σωστά και έκανε ότι ήταν να κάνει: Του την πήρε.

Μετά από τριάντα πέντε χρόνια οικογενειακής ζωής έμεινε μόνος. Μετά από τριάντα πέντε χρόνια χρόνια στοργής, αγάπης, συμπόρευσης, ενδιαφέροντος του ενός για τον άλλο, μετά από τριάντα πέντε χρόνια που νοιαζόταν ο ένας τον άλλο, έμεινε μόνος.

Τώρα… Ποιόν να νοιαστεί;  Το μόνο που τον ένοιαζε τώρα ήταν να πάει να πάρει ένα κουτί τσιγάρα.....

....Το αποφάσισε. Έριξε δυο χούφτες νερό στο πρόσωπό του, πέρασε τρεις φορές τη χτένα από τα μαλλιά του, χτενίστηκε. Οι τρεις φορές που πέρασε η χτένα από τα μαλλιά του μάλλον ήταν πλεονασμός. Τα μισά δόντια της χτένας , ίσως και πιο πολλά, έμεναν ανεκμετάλλευτα. Πού να βρεθούν τόσες τρίχες στο κεφάλι του;

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του μπάνιου και έκανε μια γκριμάτσα αηδίας. Για τον εαυτό του. Μετά όμως του έδωσε τα εύσχημα:

"Πάλι καλά είμαι…. Άλλοι στην ηλικία μου…"

Και δεν είχε άδικο ως προς το "πάλι καλά".

Διήνυε την τελευταία δεκαετία των "-ηντα". Στην αρχή ήταν ακόμη. Μετά θα μεσολαβούσε η δεκαετία των "-οντα" για να περάσει στη δεκαετία των ενενήντα, αν έφτανε μέχρι εκεί.

Η εμφάνισή του πάντως, το look του όπως λέμε στα ελληνικά τον κολάκευε. Μόνο εμφανισιακά τον κολάκευε, ούτε πόντο παραπέρα. Εδειχνε για εξηντάρης, αντε… εξηντάρης και κάτι.  Λεπτός, σχετικά ψηλός και χωρίς να γέρνει ούτε μονόπατα, ούτε μπρός ή πίσω· ευθυτενής. Τα λίγα μαλλιά του ήταν άσπρα όπως και το μούσι του που το πρόσεχε και το περιποιόταν με θρησκευτική ευλάβεια.....

...."Πάλι καλά είμαι". Το είπε ή το σκέφτηκε μπροστά στον καθρέφτη; Είτε όμως το είπε φωναχτά είτε όχι το αποτέλεσμα ήταν παράξενο· φανταστικό και… ίσως λίγο απόκοσμο.

Για μια στιγμή μόνο εμφανίστηκε στον καθρέφτη το είδωλο του "καλά".  Μια μορφή, ένας νεαρός άντρας, που, χλευάζοντας, του είπε:

"Τότε ήμουν καλά" και συμπλήρωσε: "Τότε ήσουν καλά.

Ένας νέος άντρας, είκοσι επτά - είκοσι οκτώ χρονών, γεμάτος ζωή και σφρίγος. Ο ίδιος.

Τί σου είναι το μυαλό! Το πιο ανεξέλεγκτο εξάρτημά μας, ίσως και το πιο σπουδαίο. Άλλες φορές το στύβουμε να θυμηθεί κάτι κι' αυτό πεισμώνει σαν γάιδαρος κι' άλλοτε, τι το πιάνει κι' αρχίζει να δουλεύει και να τρέχει μέσα στον χρόνο· σαν σινεμά. Καρέ - καρέ, μέσα σε λίγα μόνο δευτερόλεπτα, πέρασε από μπροστά του όλη του η ζωή. Από την εποχή του "Τότε ήσουν καλά" και μετά. Το "τότε" ήταν η πρώτη του χυλόπιτα. Πικρή και καυτή. Τον ζεμάτισε για τα καλά.

Κάποτε είχε αποφασίσει να γίνει ο Αδάμ. Να βρει μια Εύα. Για αρκετά χρόνια, τα χρόνια της πρώτης νιότης του, οι Εύες ζούσαν μόνο μες' στο μυαλό του. Φανταστικοί έρωτες, αθώες φαντασιώσεις, με κορίτσια που η θηλυκή τους γοητεία δεν τον άφηνε αλώβητο. Αλλά μόνο αυτό. Ποτέ δεν είχε επιχειρήσει μια σχέση. Ήταν δειλός; Ίσως.

Μάλλον ήταν πολύ ρομαντικός και επεδίωκε το τέλειο και το τέλειο κάποια στιγμή εμφανίστηκε. Όχι από τη μια στιγμή στην άλλη. Χρόνια την ήξερε, χρόνια έκαναν παρέα, χρόνια τη θαύμαζε και τον θαύμαζε κι' εκείνη.

Επόμενο απόσπασμα