Προηγούμενο απόσπασμα

"Ανεξίτηλοι λεκέδες και πολύχρωμες πεταταλούδες"

 Αποσπάσματα από το "Άγγελοι και Δαίμονες"

(Σελίδα 5η από 5)

Κόντεψε να τρελαθεί όταν διαπίστωσε ότι είχε καθυστέρηση δύο ολόκληρες εβδομάδες.

"Λες να…". Δεν τολμούσε ούτε να σκεφτεί κάτι μετά το "να".  Τόλμησε όμως να κάνει ένα τεστ εγκυμοσύνης. Το αποτέλεσμα ήταν: "YES". Επανέλαβε το τεστ και το αποτέλεσμα επαναλήφτηκε: "YES".

Τώρα; Ένιωσε να αιωρείται κρεμασμένη από ένα σπάγκο και από κάτω της να γκρεμίζονται τα πάντα. Σπίτια, πολιτείες, χώρες, ήπειροι. Όλος ο κόσμος, όλος ο πλανήτης καταστρεφόταν. Ο πλανήτης ή  η ίδια;

Τρελάθηκε. Οι σκέψεις διαδεχόταν η μια την άλλη χωρίς καμιά συνοχή, χωρίς κανένα νόημα, χωρίς λογική.

"Τί θα κάνω; Θεέ μου τί θα κάνω;"....

....Η μητέρα της ήταν η πιο καλή, η πιο έμπιστη φίλη της.

Τώρα;   "Μήπως θα πρέπει να το μοιραστώ μαζί της;"   Η ετυμηγορία ήταν: "Όχι".

Δεν είχε το δικαίωμα με τη δική της ανεπιθύμητη κύηση να κάνει τη μητέρα της γιαγιά ενός ανεπιθύμητου εγγονιού.. Γιαγιά του δικού της, του κατά λάθος παιδιού της. Η μητέρα της ήταν ακόμη νέα. Ζούσε μια έντονη ζωή. Είχε το γραφείο της, τις υποθέσεις της, μια κοινωνική ζωή, φίλους, ανθρώπους που την εκτιμούσαν και τη θαύμαζαν. Τώρα τί; Θα γινόταν η γιαγιά ενός εξώγαμου; Πού και πώς θα την έκρυβε τη ντροπή της για την κόρη της; Την κόρη της που δικαιολογημένα θα είχε πάρει τη ρετσινιά της πόρνης;

"Θα φύγω. Θα πάω να γεννήσω κάπου αλλού, κάπου μακριά και θα ζήσω εκεί."

Πώς θα ζούσε; Με τί θα πορευόταν; Πώς θα βιοποριζόταν, με ένα νεογέννητο μωρό; Θα δούλευε. Και το παιδί; Ποιος θα πρόσεχε το παιδί; Και τί δουλειά θα έκανε; Μέχρι σήμερα, μέχρι τα είκοσι δύο της χρόνια δεν είχε κάνει ούτε μιας δραχμής μεροκάματο. Δεν είχε κερδίσει ούτε μια δεκάρα. Και τί ήταν; Μια φοιτήτρια που πέρα απ' τα μαθήματά της και τα βιβλία της δεν ήξερε να κάνει τίποτε άλλο. Ούτε ένα κουμπί δεν ήξερε να ράβει. Αδιέξοδο.

....Στιγμές - στιγμές φανταζόταν τον εαυτό της με ένα μωρό στην αγκαλιά και χαμογελούσε λίγο. Ένα μωρό δικό της, αποκλειστικά δικό της. Ένα μωρό χωρίς πατέρα. Αλήθεια, ποιός άραγε να ήταν ο πατέρας; Ποιό από τα τρία καθάρματα;

Και οι τρεις τους ήταν καθάρματα. Άνθρωποι χωρίς καμιά απολύτως ηθική αναστολή. Εγκληματίες…

....Το μωρό της… Το μωρό ενός πατέρα εγκληματία. Αναρίγησε με τη σκέψη.

"Όχι. Θα το αναθρέψω σωστά. Θα του διδάξω την αγάπη. Θα του μάθω να αγαπάει τους ανθρώπους, να τους σέβεται"....

Πόσο όμως η ιδία ήξερε την αγάπη; .... Πόσο η ίδια αγαπούσε τους ανθρώπους; Τώρα στην ψυχολογική κατάσταση που ήταν μισούσε τους πάντες και τα πάντα. Πώς θα διδάξεις αγάπη όταν αισθάνεσαι μίσος; Πώς να διδάξει σεβασμό όταν την ίδια δεν τη σεβάστηκαν. Όταν τη νάρκωσαν για να τη βιάσουν.

Οι εγκληματίες που είχαν ασελγήσει στο ναρκωμένο κορμί της δεν ασέλγησαν σε έναν ζωντανό άνθρωπο. Αυτό που είχαν κάνει ήταν κάτι σαν νεκροφιλία. Ανατρίχιασε σύγκορμη. Τα κτήνη. Πώς είχαν αποκτήσει αυτές τις απάνθρωπες, τις παρανοϊκές μεθόδους. Τις καλλιέργησαν; Τις επινόησαν οι ίδιοι; Απίθανο ακουγόταν. Μάλλον τις είχαν κληρονομήσει.

Ένα από αυτά τα κτήνη ήταν ο πατέρας του αγέννητου παιδιού της. ....   Όσο η ίδια και να προσπαθούσε να γαλουχήσει έναν σωστό άνθρωπο. Να κάνει έναν σωστό γιο ή μια σωστή κόρη δεν θα μπορούσε να νικήσει τα γονίδια του παιδιού της.

Η κληρονομικότητα δεν καταπολεμάται. Και τί δε θα 'δινε για να μπορέσει να διαβάσει αυτά τα γονίδια που θα καθόριζαν την ταυτότητα του εμβρύου της. Και τί δεν θα έδινε για να μπορέσει να τα αλλάξει. Να κρατήσει τα καλά, αν υπήρχαν και να πετάξει τα κακά. Τα εγκληματικά. Όμως δεν μπορούσε.

"Τί θα είναι το παιδί που θα φέρω στον κόσμο;" αναρωτιόταν. "Τί άνθρωπος θα γίνει; Καλός η κακός; άγγελος ή δαίμονας;"

Ένας τεράστιος φόβος, μια βασανιστική αμφιβολία φώλιασε στην καρδιά της.

"Μήπως…". Ένα "μήπως" άρχισε να φυτρώνει στη σκέψη της....

....Παραδόξως στις εξετάσεις του εξαμήνου τα πήγε καλά. Τώρα απέμενε η άσκηση και μετά το μεταπτυχιακό.

Η ίδια δεν είχε κανένα ενδιαφέρον ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Αδιαφορούσε γενικώς για την επαγγελματική της εξέλιξη.

Το όνειρο της Δικαστού είχε σβήσει.  Δικαστής με ψυχολογικά προβλήματα, με έναν λεκέ να μαυρίζει την ψυχή του δεν είναι Δικαστής. Καταλάβαινε ότι αυτό που της είχε συμβεί, αυτό που τόσο την είχε επηρεάσει θα την επηρέαζε σ' όλη της τη ζωή. Τί αποφάσεις θα έπαιρνε; Πώς θα είχε δίκαιη κρίση νοιώθοντας μίσος για όλο τον κόσμο;  Ο Δικαστής μέσα της είχε πεθάνει.....

....Από μικρά παιδιά είχαν μεγαλώσει μαζί. Αχώριστα. Όταν γεννήθηκε η Αντιγόνη ο Τάσος ήταν κιόλας δύο χρονών. Ήταν γειτονάκια. Τα σπίτια τους ήταν δίπλα - δίπλα· ένας τοίχος τους χώριζε. Τους χώριζε ένας τοίχος αλλά τους ένωναν δυο ψυχές. Οι δικές τους ψυχές. Αυτά τα παιδιά ίσως να έπρεπε να γίνουν αντικείμενο έρευνας για την ψυχολογία, αλλά δεν έγιναν.

Στο πάρκο, όπου μικρά παιδάκια ακόμη έπαιζαν μαζί, έπεφτε και χτυπούσε ο Τάσος, έκλεγε η Αντιγόνη. Διψούσε η Αντιγόνη, "μαμά νερό", έλεγε ο Τάσος.

Στο σχολείο; Ευτυχώς που δεν πήγαιναν στην ίδια τάξη γιατί σίγουρα οι δάσκαλοί τους θα είχαν τρελαθεί. Δεν χρειαζόταν τίποτε παραπάνω ο Τάσος για να γράψει μια καλή έκθεση. Αρκεί να έφερνε στο μυαλό του την Αντιγόνη που ήταν καλή στα Ελληνικά. Και τα προβλήματα της αριθμητικής, η Αντιγόνη τα έλυνε με τη σκέψη του Τάσου.

Και στο Γυμνάσιο τα ίδια. Τώρα διάβαζαν και μαζί. Τη μια στο σπίτι της Αντιγόνης, την άλλη στο σπίτι του Τάσου. Δεν διάβαζαν φυσικά τα ίδια μαθήματα, αλλά αυτό δεν είχε καμιά σχέση.

Ο Τάσος και η Αντιγόνη είχαν δυο σιαμαία μυαλά. Ήταν δυο σιαμαίες ψυχές.

Όταν ο Τάσος αρρώστησε με παρωτίτιδα, η Αντιγόνη είχε πεθάνει από τον πόνο, χωρίς ευτυχώς να κάνει πυρετό και όταν η Αντιγόνη αντιμετώπισε με φόβο και απορία την πρώτη της περίοδο, ο Τάσος ρωτούσε τρομαγμένος τη μητέρα του: "Γιατί πονάει η κοιλιά μου; Χάλια αισθάνομαι". Η μητέρα του Τάσου δεν ήξερε γιατί. Η μητέρα της Αντιγόνης την καθησύχασε λέγοντάς της ότι αυτό ήταν κάτι κοινό για όλες τις γυναίκες, ότι ήταν απαραίτητο για να μπορέσει μια γυναίκα να γίνει μητέρα και ακόμη ότι θα έπρεπε να συνηθίσει να ζει μ' αυτό. Θα το αντιμετώπιζε μια φορά το μήνα, κάθε μήνα.....

.....Όταν ο Τάσος ήταν δεκατεσσάρων ετών και η Αντιγόνη δώδεκα, ξαφνικά μια μέρα το όνομα της Αντιγόνης άλλαξε: Τη βάφτισε "Αγράμπελη". Γιατί;

Είχε διαβάσει το μυθιστόρημα του Λουντέμη "Ένα παιδί μετράει τ' άστρα". Η Αγράμπελη, η συμπρωταγωνίστρια του βιβλίου, τον είχε συναρπάσει αρκετά. Λίγο πιο λίγο από όσο τον συγκινούσε, απ' όσο τον συνάρπαζε η Αντιγόνη. Ήταν κρίμα να πάει χαμένο ένα τόσο όμορφο όνομα. Το χάρισε στο κορίτσι που αγαπούσε πιο πολύ από κάθε τι άλλο· στον δεύτερο εαυτό του.

Έξι μήνες αργότερα άλλαξε και το όνομα του Τάσου. Το "Τάσος" της έπεφτε λίγο της Αντιγόνης. Πολύ φτηνό όνομα για ένα τέτοιο παιδί. Πολύ άνοστο για μια τέτοια ψυχή.

"Γιατί με φωνάζεις Ανάσταση", τη ρώτησε ο Τάσος. "Τουλάχιστον λέγε με Αναστάση. Βάζε τον τόνο σωστά".

"Γιατί όταν μου μιλάς είναι σαν να ακούω τις χαρμόσυνες καμπάνες της Ανάστασης και όταν σε βλέπω τα μάτια μου γεμίζουν με βεγγαλικά. Σαν τα βεγγαλικά το βράδυ της Ανάστασης. Είτε το θέλεις είτε δεν το θέλεις για μένα θα είσαι ο "Ανάστασής" μου.

Ο Ανάστασης που αγαπάω πιο πολύ κι' από τον εαυτό μου, η Ανάστασή μου"

Λες και τα λόγια της, τότε στα δώδεκά της χρόνια ήταν προφητικά....

 

....Η ζωή είναι σκληρή. Κάποτε οι γονείς της Αγράμπελης αποφάσισαν να μετακομίσουν από τον Πειραιά στην Κηφισιά και πήραν μαζί τους και την Αντιγόνη.

Πάλι βλεπόταν, πάλι συναντιόταν αλλά όχι κάθε μέρα. Η μια φορά το μήνα ήταν πολυτέλεια.

Η ζωή έγινε πιο σκληρή. Ο Τάσος, ο Ανάστασής της έφυγε για την Ξάνθη. Εκεί: στο Πολυτεχνείο της Ξάνθης είχε περάσει.

Μετά από δύο χρόνια και η Αντιγόνη, η Αγράμπελή του άρχισε τις σπουδές της στη Νομική Αθηνών.

Τώρα βλεπόταν ακόμη πιο σπάνια και η εγκεφαλική τους επικοινωνία ήταν δύσκολη και περίπλοκη. Τίποτε δεν καταλάβαινε η Αντιγόνη από τα μαθήματα στατικής, αντοχής υλικών και τα άλλα μαθήματα του Ανάστασή της, σε τίποτε δεν βοηθούσαν τον Τάσο οι Νομολογίες, τα δεδικασμένα το Ρωμαϊκό Δίκαιο και ότι άλλο υπήρχε στο μυαλό της Αγράμπελης. Ίσως να ήταν και θέμα απόστασης. Χάθηκαν.....

....Η επαγγελματική της πορεία, η καριέρα της πέρα έβοσκε. Ενδιαφέρον ουδέν. Αφού ο δικαστής μέσα της είχε πεθάνει δεν την ένοιαζε τίποτε άλλο.

Εκείνο το πρωί του Ιούλη όμως έκανε μια "πραγματική" εργασία. Προχωρούσε σοβαρή  - σοβαρή στην Πατησίων με κατεύθυνση την Ευελπίδων. Στο χαρτοφύλακά της είχε κάτι χαρτιά που έπρεπε να κατατεθούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Ούτε που ήξερε τι ήταν. Τις τα είχε δώσει η μαμά της να τα πάει και τα πήγαινε.

"Αγράμπελη".

Μάλλον ο θόρυβος από το τρόλεϊ που πέρασε δίπλα της θα ήταν αυτό που ακούστηκε πίσω της, αλλά πάλι σε λίγο.

"Αγράμπελη".

Σταμάτησε και έκανε μεταβολή. Δεν κατάλαβε αν το σκέφτηκε, αν το είπε ή αν το φώναξε:

"Ο Ανάστασης".

 

Προηγούμενο απόσπασμα