Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα
"Π για Παρελθόν, για Παρόν, για Πάντα και Ποτέ"
(Αποσπάσματα - Σελίδα 4η από 6)

Δεν είχε κανέναν λόγω να συνεχίσει την περιπλάνηση του περπατώντας δίπλα στην κόρη της Καίτης. Εξ άλλου αυτός είχε βγει για να πάρει τσιγάρα και… του έτυχε. Του έτυχε αυτή η μάλλον κακή συνάντηση.

Οι αναμνήσεις που του ξύπνησε θα αντιμαχόταν τον Μορφέα, κάτι που δεν το ήθελε καθόλου, αλλά… τι να κάνουμε; Έτυχε.

"Πού πας", ρώτησε στην κοπέλα δίπλα του.

"Στο σπίτι μου".

"Είναι μακριά;"

"Όχι. Δυο τετράγωνα πιο πέρα".

Μέχρι τα δυο τετράγωνα πιο πέρα τον πέρασε από συστηματική ανάκριση, καταργώντας τον πληθυντικό και εξαφανίζοντας κάθε ίχνος ευγένειας.

"Δεν μου είπες όμως. Ποιος είσαι εσύ; Από πού ξέρεις τη μητέρα μου και τη θεία μου και με ρώτησες αν είμαι ή κόρη της Καίτης;"

"Τι σημασία έχει. Πες πως είμαι ένας περίεργος".

"Με συγχωρείς κύριε περίεργε, αλλά έχω κι' εγώ την περιέργεια να μάθω. Πού την ήξερες την Καίτη και γιατί λυπήθηκες τόσο πολύ με το θάνατό της".

"'Έτυχε να τη γνωρίσω".

"Να τη γνωρίσεις πού;"

"Στη Βέροια".Έφτασαν.

Εκείνη μπήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας και εκείνος έκανε μεταβολή και τάχυνε το βήμα. Το περίπτερο το είχαν προσπεράσει προ πολλού. Έπρεπε να πάρει τσιγάρα. Ήταν επείγουσα ανάγκη. Αν δεν κάπνιζε αμέσως ένα τσιγάρο ίσως και να πέθαινε.

Περπατούσε δίπλα του. Δίπλα σε έναν γνωστό - άγνωστο. Γνωστό από όσα της είχε πει η μητέρα της γι' αυτόν. Άγνωστο γιατί τον είχε συναντήσει μόλις τώρα· πριν από μερικά λεπτά. Ο γνωστός - άγνωστος είχε λυπηθεί πολύ στο άκουσμα του θανάτου της μητέρας της. Γιατί άραγε; Έπρεπε να το ψάξει λίγο. Το έπαιξε αδαής· ότι δεν ήξερε τίποτε.

"Γιατί σε λύπησε τόσο ο θάνατος της μητέρας μου;", τον ρώτησε.

Δίστασε λίγο, αλλά τελικά το αποφάσισε. Αποφάσισε να κάνει μια μικρή, μια λακωνική εξομολόγηση.

"Λυπήθηκα… Πώς να μη λυπηθώ. Η Καίτη, η μητέρα σου, υπήρξε ένα κομμάτι της ζωής μου".

"Υπήρξε ένα κομμάτι της ζωής μου" είχε πει. Δεν χρειαζόταν να πει τίποτε παραπάνω. Με πέντε λέξεις είχε τελειώσει την ομολογία του.

"Μάλλον θα πρέπει να τον γνωρίσω καλύτερα", σκέφτηκε. Ίσως η μητέρα της να είχε υπάρξει υπερβολική στις περιγραφές της. Δεν ήταν όμως άνθρωπος της υπερβολής. Γιατί να υπερβάλει σε όσα της είχε πει γι' αυτόν; Ίσως πάλι να είχε υπάρξει και φειδωλή. Η υπόθεση του γνωστού - άγνωστου χρειαζόταν διερεύνηση.

Για μια στιγμή αισθάνθηκε όμορφα που περπατούσε δίπλα του. Δίπλα σε έναν άνθρωπο αυτής της πάστας.

Που περπατούσε μαζί με "ένα κομμάτι της ζωής της".

 Μετά, αμέσως μετά, ένοιωσε ζήλια. Ζήλια για τη μητέρα της που είχε ζήσει, έστω για λίγο μαζί του. Μαζί με αυτόν τον άγνωστο.  Η ίδια, παρά τις άοκνες αναζητήσεις της δεν είχε βρει έναν άνθρωπο με το δικό του ταμπεραμέντο.

Συχνά αναρωτιόταν αν όλοι οι άντρες είχαν μεταλλαχθεί. Σ' αυτό το συμπέρασμα κατέληγε κάθε φορά που έκανε σύγκριση αυτών που της είχε πει η μητέρα της για τη σχέση της μ' αυτόν τον άνθρωπο και με το πως αισθανόταν η ίδια όταν ήταν στο κρεβάτι με έναν άντρα. Αναλογίστηκε όσα της είχε πει για την πρώτη τους συνάντηση.

Πως την πλησίασε. Τι της είπε. Πως είχε καταλάβει το τι ένοιωθε εκείνη. Πώς της είχε μεταδώσει τη δική του επιθυμία. Πως βρέθηκαν μαζί για πρώτη φορά. Σαν ένα παραμύθι της φαινόταν όλα. Σαν ένα παραμύθι με πρίγκιπες και με ιππότες που τώρα πια δεν υπήρχαν.

"Μα τω Θεώ, θα προτιμούσα να μου είχε κάνει καμάκι, αντί να με ρωτήσει για τη μάνα μου και για τη θεία μου", σκέφτηκε. Αυτό το πράγμα "το καμάκι" δεν το είχε ζήσει ποτέ της. Φυσικά δε θα έπεφτε, δε θα ενέδυε όσο επιδέξιος κι' αν αποδεικνυόταν. Σίγουρα χρειαζόταν ένα άνδρα με τη δική του ιδιοσυγκρασία, αλλά όχι με τη δική του ηλικία.

"Πρέπει οπωσδήποτε να μάθω περισσότερα γι' αυτόν", Ο μόνος τρόπος να μάθει περισσότερα ήταν αυτός ο ίδιος.

"Θα τον περάσω από ψιλό κόσκινο", αποφάσισε. Σημείωσε το τηλέφωνό του σε ένα μπλοκάκι που έβγαλε από την τσάντα της.

"Καληνύχτα"

Λάθος υπολογισμοί ήταν αυτό που τον είχε οδηγήσει στη Βέροια. Λάθος υπολογισμοί και τυχοδιωκτισμός. Παρασύρθηκε και από έναν φίλο και συνάδελφό του.

"Έλα πάμε. Τα λεφτά είναι πολύ καλά. Στην αρχή θα ζοριστούμε λίγο με τη δουλειά, αλλά μετά… Θα πατάμε τα κουμπιά και θα πληρωνόμαστε", του είχε πει. Το αποφάσισε.  Παραιτήθηκε από τη μεγάλη εταιρεία που δούλευε εδώ και δυόμιση χρόνια, μάζεψε τα μπογαλάκια του και δρόμο για τη Βέροια.....

....Τα λεφτά ήταν πράγματι πολύ καλά. Τρεις φορές και παραπάνω από το μισθό που έπαιρνε στην εταιρεία που δούλευε. Υπέγραψαν και σύμβαση για δύο χρόνια και μάλιστα με προοπτική ανανέωσης. Κούνια που τον κούναγε! ....

....Το εργοστάσιο ήταν "εποχιακό".

Μόλις μαζεύτηκαν τα ροδάκινα από τις ροδακινιές και μόλις άδειασαν οι ψυκτικοί θάλαμοι από ροδάκινα, και μόλις πάλι τα ροδάκινα μπήκαν σε κουτιά και έγιναν κομπόστα ροδάκινο, έγινε και το κακό.

Καθώς οι κομπόστες φορτωνόταν στα φορτηγά και έπαιρναν το δρόμο για την αγορά, πήραν κι' αυτοί δρόμο. Τους απέλυσαν. Η "διετής σύμβαση" αποδείχτηκε κουρελόχαρτο. Τώρα; Τώρα… Νοέμβρης μήνας και άνεργος στη Βέροια. Μακριά από το πατρικό του. Στο μεταξύ είχε νοικιάσει μια σπιταρόνα κάτσε καλά. Γιατί όχι; Υψηλόμισθος ήταν όταν το νοίκιασε για δύο χρόνια, με προοπτική ανανέωσης κι' αυτό....

....Ανηφόρισε στην οδό Ελιάς και μετά πήρε τη Μητροπόλεως, τον κεντρικό δρόμο. Το κρύο αεράκι που κατέβαινε από το Βέρμιο του πάγωσε το πρόσωπο. Ο κουτσό-Φλέβαρος τα έτριζε για καλά τα δόντια του....

....Κάπνισε ένα τσιγάρο, αποτέλειωσε το κρασί του και προσπάθησε να αμυνθεί στη νύστα που του έκλεινε τα μάτια. Τώρα, με το στομάχι γεμάτο, νύσταζε δυο φορές από όσο πριν.

"Απόψε θα ρίξω τον ύπνο της ζωής μου", υποσχέθηκε στον εαυτό του, χωρίς να μπορεί τη στιγμή εκείνη να προβλέψει πόσο ψέματα του έλεγε και ότι η υπόσχεσή του και το όνειρό του για έναν καλό ύπνο ήταν τελείως απατηλά.

Βγήκε από το εστιατόριο. Το κρύο αεράκι τον ξύπνησε κάπως. Τώρα ένοιωθε ζωντανός, ξύπνιος και χορτάτος. Μια χαρά. Κατηφόρισε νωχελικά τη Μητροπόλεως, από το αριστερό πεζοδρόμιο.

....Ξαφνικά σταμάτησε."Beardsley", μονολόγησε. Δεν ήξερε αν το ξεστόμισε ή αν το σκέφτηκε μόνο. Μια φιγούρα του ζωγράφου στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα χαζεύοντας μια βιτρίνα. Ακριβώς ίδια με μια από τις αγαπημένες του φιγούρες.

Μια από τις φιγούρες του ζωγράφου που είχε φυλα-γμένες ο Paul, ο Καναδός, στις πίσω σελίδες του τετρα-δίου του και που τις είχε ξεσηκώσει με τη φωτογραφική του μηχανή....

....Αν η κοπέλα αυτή είχε ζήσει πριν από έναν αιώνα στην Αγγλία σίγουρα θα είχε διατελέσει μοντέλο του Aubrey Vincent Beardsley.

Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα