Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα
"Π για Παρελθόν, για Παρόν, για Πάντα και Ποτέ"
(Αποσπάσματα - Σελίδα 5η από 6)

....Την πλησίασε. Στάθηκε δίπλα της και καμώθηκε ότι χαζεύει στη βιτρίνα με τα υφάσματα για γυναικεία ρούχα.

Εκείνη τον κοίταξε καχύποπτα. "Ένας άντρας που τον ενδιαφέρουν τα γυναικεία υφάσματα"! Τί θα πρέπει να ήταν;  Ή πολύ καλός σύζυγος, ή πολύ λίγο άντρας.

Γύρισε και τον περιεργάστηκε. Στράφηκε κι' αυτός προς το μέρος της.

"Καλησπέρα σας", της είπε.

"Καλησπέρα". Το δικό της καλησπέρισμα ήταν πολύ κοφτό, πολύ σύντομο, πολύ σιγανό και… αμφίβολο.

Έμειναν για λίγο χωρίς να λένε τίποτε. Απλά κοίταζαν ο ένας τον άλλο. Το καλησπέρισμά της του αναπτέρωσε το ηθικό.

Μπορεί και να τον είχε βρίσει, αλλά δεν το έκανε.

"Αν μου πεις το όνομά σου, θα σου πω ένα ωραίο ανέκδοτο", της είπε και περίμενε να ακούσει οτιδήποτε άλλο εκτός από το όνομά της.

Εκείνη δεν είπε τίποτε. Απλά τον περιεργάστηκε από την κορυφή μέχρι να νύχια. Το ίδιο έκανε και εκείνος, και όσο προχωρούσε αυτή του η περιήγηση ένιωθε έναν αίσθημα ερωτισμού. Σαν τότε που καθόταν με τις ώρες και αφοσιωνόταν στις ζωγραφιές του Beardsley.

Κάποια στιγμή τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Το τι είδαν ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου μόνο οι ίδιοι ξέρουν.

"Καίτη", του είπε κάποια στιγμή, τελείως απρόσμενα.

"Στέλιος".

Απέμεινε να τον κοιτάζει.

"Δεν μου είπες όμως το ανέκδοτο", διαμαρτυρήθηκε.

"Πως δεν σου το είπα. Στέλιος".

"Αυτό είναι το όνομά σου. Το ανέκδοτο; Πού είναι το ανέκδοτο που θα μου έλεγες;"

"Μα σου το είπα: Στέλιος. Αυτός είμαι εγώ και είμαι ανέκδοτος. Ούτε με έχουν εκδόσει, ούτε εκδίδομαι από μόνος μου."

Εκείνη γέλασε με το ευθυμολόγημά του.

"Είσαι πονηρός", του είπε. "Με ξεγέλασες".

"Πανούργος", επιβεβαίωσε εκείνος.

Όση ώρα μιλούσαν κοιταζόταν μέσα στα μάτια και όχι μόνο. Τα βλέμματά τους, ήταν ακριβώς στην ίδια συχνότητα. Και οι δυο καταλάβαιναν την έλξη που ασκούσαν ο ένας στον άλλο. Αυτό ήταν απολύτως σίγουρο και μάλλον αναπόφευκτο. Αλλά… ποιός ήταν, και τί ήταν αυτός; Ποιά ήταν και τί ήταν εκείνη;

Στα χέρια του δεν φορούσε κανένα δαχτυλίδι. Ούτε βέρα. Το ασιδέρωτο τζιν του ήταν η επιβεβαίωση.

"Εργένης", σκέφτηκε.

Το έβλεπε μέσα στο βλέμμα της. Ο πόθος της ήταν περιτυλιγμένος από μοναξιά.

"Είναι μόνη", έβγαλε το συμπέρασμά του....

....Ο λίγος αχνός που έβγαινε από τα παγωμένα χειλάκια της καθώς μιλούσε τα έκανε ακόμη πιο προκλητικά.

Τα μάτια της ήταν τα μάτια μιας ζητιάνας. Μιας ζητιάνας που εκλιπαρούσε για έρωτα. Ένας Θεός ξέρει πως συγκρατήθηκε και δεν της έδωσε ένα μεγάλο - μεγάλο φιλί, έτσι, στη μέση του δρόμου.

Η όλη παρουσία του, η όψη του, ο τρόπος που μιλούσε, οι χειρονομίες του ήταν μια σκέτη πρόκληση. Ένας Θεός ξέρει πως κρατήθηκε και δεν έπεσε στην αγκαλιά του, έτσι, στα καλά καθούμενα, στη μέση του δρόμου.

"Πάμε;" Τη ρώτησε.

"Πού;" Είχε την απορία.

"Στο σπίτι μου".

"Έχει ζέστη;"

"Μέχρι σκασμού".

"Προχώρα μπροστά", του είπε. "Θα σε ακολουθήσω. Ξέρεις πως είναι οι μικρές πόλεις. Δεν θέλω να μας δουν μαζί".

Το αμαρτωλό συμβόλαιο είχε γίνει αποδεκτό και από τα δύο συμβαλλόμενα μέλη και το είχαν υπογράψει άνευ όρων. Απέμενε η εκτέλεσή του.

Ξεκίνησαν. Ξεκίνησαν ένα τρελό ταξίδι με πολλούς σταθμούς. Εκείνη τον ακολουθούσε. Εκείνος έστρεφε πότε - πότε το κεφάλι προς τα πίσω, να δει, να σιγουρευτεί ότι έρχεται.

Ο θηρευτής ήθελε να είναι σίγουρος ότι το θήραμά του τον ακολουθεί. Δεν έπρεπε να τη χάσει.

Ή μήπως η θηρευτής ακολουθούσε το θήραμα πατώντας επάνω στα ίχνη του.  Ποιός ήταν αυτός και ποιά ήταν εκείνη; Ποιός ήταν ο θύτης και ποιός το θύμα; Δεν υπήρχε θύτης. Και οι δύο ήταν θύματα. Θύματα του πόθου τους που θα τους οδηγούσε στο πάθος. Πόθος και πάθος. Δυο λεξούλες με διαφορά μόνο ένα γράμμα. Πώς όμως ένας αγράμματος εραστής να καταλάβει τη διαφορά τους;....

.....Την πλησίασε.

Πέρασε το ένα χέρι του γύρω από τη μέση της και την τράβηξε επάνω του. Το άλλο του χέρι το πέρασε πίσω από το κεφάλι της, στο ύψος του αυχένα. Τα μαλλιά της είχαν βραχτεί λίγο στην άκρη.  Της χάιδεψε το κεφάλι χαμηλά λίγο πιο πάνω από το λεπτό σαν μίσχο λου-λουδιού σβέρκο της. Ένιωσε το κορμί της να τρέμει.

"Κρυώνεις;" Τη ρώτησε.

"Όχι".

Δεν πρόλαβε να αποσώσει το όχι γιατί δεν μπορούσε πλέον να μιλήσει. Τα χείλη του ενώθηκαν με τα δικά της σε ένα παθιασμένο, σε ένα πολύ παθιασμένο φιλί. Μια γλυκιά γεύση πλημμύρισε όλο του το κορμί. Από το στόμα μέχρι τα ακροδάχτυλά του. Η πετσέτα του μπάνιου είχε κυλίσει στο πάτωμα, τυλιγμένη σαν ένα ιερό άσπρο φίδι γύρω από τα πόδια της. Ήταν γυμνή στην αγκαλιά του. Αισθάνθηκε το χέρι της να του ξεκουμπώνει το κουμπί του παντελονιού του. ύστερα το πουκάμισο. Τα χέρια της έτρεμαν. Το ίδιο έτρεμαν και τα δικά του καθώς τη βοηθούσε να αποτελειώσει το έργο που είχε αναλάβει. Το έργο με τα κουμπιά.

Δεν είχε αισθανθεί ποτέ του τόσο ερεθισμένος.

Την πήρε στην αγκαλιά του και την απόθεσε στο κρεβάτι. Ήταν ελαφριά σαν πούπουλο. Βάλθηκε να φυλάει και να χαϊδεύει το λεπτό, το σχεδόν άυλο κορμί της.  Σε κάθε άγγιγμα του ένοιωθε το κορμί της να δονείται. Να σπαρταράει σαν χρυσόψαρο που είχε δραπετεύσει από τη γυάλα του. Το κεφάλι της το κουνούσε μια δεξιά και μια αριστερά, αφήνοντας μικρές άναρθρες κραυγές.

Εκείνος, πρώτη του φορά ζούσε αυτόν το γυναικείο πόθο. Όσο καταλάβαινε ότι εκείνη τον ήθελε τόσο πιο πολύ ερεθιζόταν. Έπεσε επάνω της. Την κοίταξε στο πρόσωπο. Τα μάτια της είχαν διασταλεί και τον κοίταζαν λαίμαργα. Τα χείλη της ήταν κατακόκκινα λες και θα έσταζαν αίμα. Κύρτωσε τη ράχη του για να πετύχει το στόχο του. Το στόμα της. Τη φίλησε με πάθος. Μετά… Εκείνη άνοιξε τα πόδια της για να τον υποδεχτεί

Ίσα - ίσα που πρόλαβε να απολαύσει το δώρο του πρώτου οργασμού που της είχε προσφέρει. Όλα της φάνηκαν πολύ σύντομα. Μα και αν καθυστερούσε ακόμη πιο πολύ να μπει μέσα της πάλι δεν θα το απέφευγε. Ο οργασμός της ήταν προ των πυλών από τα χάδια του και μόνο.

Εκείνος απογοητεύτηκε. Όχι από τον ερωτά της αλλά από τον ίδιο. Δεν ήθελε, δεν έπρεπε να τελειώσει τόσο γρήγορα. Ήταν άδικο. Άδικο αλλά και φυσιολογικό. Κι' αυτός δεν ήξερε πόσο καιρό τώρα κρατούσε η απραξία του. Η αποχή του από τα πλάσματα που ονομάζονται γυναίκες. Κόντευε να ξεχάσει αυτή την ανθρώπινη λειτουργία.

Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα