Προηγούμενα αποσπάσματα
Επόμενα αποσπάσματα
"Ζωζώ - δύο ιστορίές"
Αποσπάσματα - Σελίδα 5η από 6)

Έριξα μια ματιά στο απέναντι πεζοδρόμιο. Και ‘κει τα ίδια. Τους σταματούσαν όλους και τους γύριζαν πίσω. Μερικοί αντιδρούσαν με βία, αλλά τελικά, με την πειθώ που διαθέτει αυτός που κρατάει όπλο, αναγκαζόταν να υπακούσουν. Μια απορία ήταν έντονα ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων.

Γύρισα στο σπίτι με βαριά καρδιά. Δε μπορούσα να πάω πουθενά, χωρίς να ξέρω το γιατί. Πάντως το σίγουρο ήταν ένα: δε μπορούσα. Για ποιό λόγο βρε αδελφέ; Άντε έτσι, στα καλά των καθουμένων «συμμορφώσου και γύρνα στο σπίτι σου».....

....Έβαλα να ψήσω ακόμη έναν καφέ. Γαμώτο ίσα – ίσα ένας καφές έβγαινε δεν έβγαινε. Το κουτί του καφέ ήταν σχεδόν άδειο. Έπρεπε στα σίγουρα να βρω να αγοράσω καφέ. Άρχισα να ρουφάω το νεροζούμι που είχα κάνει για καφέ και άνοιξα πάλι το ραδιόφωνο. Πάλι τα ίδια: «Τζουμ-ταρατατζούμ-τζουμ-ταρατατζούμ» εμβατήρια.

Κάποια στιγμή έσπασε ο διάολος το ποδάρι του κι’ ακούστηκε η φωνή του εκφωνητή.

«Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, Ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών. Πρώτο πρόγραμμα. Επαναλαμβάνουμε ανακοίνωση που μεταδώσαμε πρώτον την έκτη και τριάντα πρωινή» Ησυχία για λίγο και μετά πάλι ο εκφωνητής: [1]

«Λόγω της δημιουργηθείσης εκρύθμου καταστάσεως, από του μεσονυκτίου ο στρατός ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας». Εντάξει αυτό το είχα ζήσει από πρώτο χέρι. Αφού δε μπόρεσα να πάω στο Σούπερ Μάρκετ.

Η φωνή του εκφωνητή συνέχισε:

«Ακολουθεί Βασιλικό διάταγμα»

«Κωνσταντίνος Βασιλεύς των Ελλήνων. Έχοντες υπ’ όψιν το άρθρον 91 του Συντάγματος και κατόπιν εισηγήσεως της Κυβερνήσεως, αναστέλλομεν τας διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 10, 11, 12, 14, 18, 20, 95 και 97 του εν ισχύ Συντάγματος καθ’ όλον το Κράτος λόγω εκδήλου απειλής κατά της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας της χώρας εξ εξωτερικών κινδύνων. Ο ημέτερος επί των Εσωτερικών Υπουργός δημοσιεύση και εκτελέση το διάταγμα τούτο. Εν Αθήναις τη 21 Απριλίου 1967. Κωνσταντίνος Βασιλεύς των Ελλήνων - Το Υπουργικό Συμβούλιον».

Ακολούθησαν ένας σωρός από: «Μέχρι νεωτέρας διαταγής…»

«Μέχρι νεωτέρας διαταγής απαγορεύεται η κυκλοφορία εις τας οδούς της πόλεως πάσης φύσεως οχημάτων και πεζών».

«Μέχρι νεωτέρας διαταγής απαγορεύεται η ανάληψη καταθέσεων εκ των τραπεζών και των ταμιευτηρίων».

«Μέχρι νεωτέρας διαταγής απαγορεύεται η αγορά χρυσών λιρών και γενικώς ξένου συναλλάγματος». Αυτό δε με αφορούσε καθόλου εκείνη την εποχή.

«Μέχρι νεωτέρας διαταγής διακόπτονται τα μαθήματα των σχολείων κατωτέρας και μέσης εκπαίδευσης, δημοσίων και ιδιωτικών, πανεπιστημίων, και γενικώς απάντων των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων»

«Απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις πλέον των τριών ατόμων σε Δημοσίους χώρους».

«Μέχρι νεωτέρας διαταγής…»

«Απαγορεύεται ….»

Τα πιο πολλά «απαγορεύεται» τα είχα καταλάβει, αλλά από ‘κείνα για «τα άρθρα του συντάγματος» και για την «εκρύθμου καταστάσεως» και την «εκδήλου απειλής» δεν κατάλαβα τίποτε....

....Ένα λάθος είχε κάνει ο κυρ-Λεωνίδας: Δεν ήταν ο Βασιλιάς που είχε κάνει το πραξικόπημα. Ήταν οι συνταγματάρχες. Λίγη σημασία όμως είχε ποιος την έκανε τη ζημιά. Η ζημιά είχε γίνει.

«Να κάνω ένα τηλεφώνημα;» ρώτησα τον κυρ-Λεωνίδα. Ήθελα, ένοιωθα την ανάγκη να μιλήσω με τον κύριο Απόστολο. Να τον ρωτήσω τι θα γίνει απόψε με το μαγαζί.

«Τηλεφώνημα;» απόρησε ο κυρ-Λεωνίδας «Αμ δε. Απ’ το πρωί είναι κομμένα τα τηλέφωνα».

Ε τώρα ένοιωσα κι’ εγώ φασκιωμένη. Να μην μπορώ να ψωνίσω, να μην μπορώ να κυκλοφορήσω, να μην μπορώ έστω να τηλεφωνήσω βρε αδελφέ. Ένοιωσα σαν τότε, που ήμουν μωρό και με σφίγγανε μέσα στις φασκιές μου και δε μπορούσα να κουνήσω μήτε πόδια μήτε χέρια. Μόνο να κλάψω μπορούσα....

Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απρίλιου το μαγαζί έμεινε κλειστό δέκα μέρες, μέχρι που να διευκρινιστεί αν ήμασταν η δεν ήμασταν «δημόσιο θέαμα». Τελικά ήμασταν και λειτουργήσαμε. Αλλά και που λειτουργήσαμε τι έγινε; Ψυχή δεν πατούσε. Όλος ο κόσμος ήταν παγωμένος ακόμη. Ποιος είχε όρεξη για ξενύχτια και μπουζούκια. Κεσάτια του κερατά. Κάθε βράδυ στις δύο είχαμε κατεβάσει τα ρολά και πηγαίναμε για ύπνο.

Σιγά – σιγά όμως άρχισε να στρώνει κι’ αυτό και το ξενύχτι ξαναμπήκε στη ζωή του Έλληνα, γιατί του Έλληνα ο τράχηλος ζωή χωρίς τσιφτετέλια και χασάπικα δεν υποφέρει.....

....Ευτυχώς που κονομούσα και από την άλλη δουλειά, ξέρετε ποια, μην τα λέμε πάλι, και τα έφερνα βόλτα.

Γι’ αυτό είχε βγει και εκείνη η σοφή παροιμία: «Μάθε τέχνη κι’ άφησε την κι’ αν πεινάσεις ψάξε βρες την». Κι’ εγώ από τέχνη… Δόξα τω Θεώ.

Μετά τον Ανδρέα ήρθε ο Ηλίας, αλλά αυτόν τον άφησα να καψουρεύεται αρκετό καιρό, γιατί με το φάσκιωμα που είχα νοιώσει με τη χούντα και την επιβολή του στρατιωτικού Νόμου δεν έκανα κέφι για τίποτε.

Πάντως το αλισβερίσι άρχισε πάλι και μετά τον Ηλία ήρθε ο Γαβριήλ, και ύστερα ο Πέτρος και ο Βαγγέλης και ένας άλλος Αντρέας πάλι και ο Νίκος και ων ουκ έστι αριθμός και ονόματα. Όλοι ή σχεδόν όλοι παντρεμένοι, καψούρηδες του κερατά που αφού τους είχα διαλέξει, τους βασάνιζα πέντε δέκα μέρες με τα «δε μπορώ» και τα «δεν κάνει» και μετά ξεσχιζόμουν μαζί τους και τους ξεπουπούλιζα δέοντος. Μια χαρά πήγαινε η μπίζνα.....

....Έβαλε τα γέλια μ’ αυτά που είπε για το ψώνιο των Ελλήνων με τα λουλούδια. Ένα γέλιο ανάμεικτό με βήχα κι’ έγινε κατακόκκινος.

«Σιγά κύριε Απόστολέ θα πνιγείς. Φτου – φτου. Χριστός κι’ Απόστολος», είπα εγώ κι’ έκανα στο αέρα το σημείο το σταυρού, προσπαθώντας να μιμηθώ τη μάνα μου, όταν με ξεμάτιαζε. Δεν άργησε να συνέρθει από το βήχα και συνέχισε:

«Και τώρα θα γίνεις και αφεντικίνα. Θα γίνεις έτσι; Μη μου πεις πως δε θα γίνεις».

«Βρε κύριε Απόστολε, βαρύ φορτίο μου δίνεις. Θα το αντέξω; Δε θα τ’ αντέξω. Τί θαρρείς πως είμαι; μικρό κορίτσι είμαι ακόμα».

«Μικρό κορίτσι με μεγάλα φτερά» επέμενε ο κύριος Απόστολος. «Γι’ αυτό σου λέω κι’ εγώ. Να βάλεις το μαγαζί κάτω απ’ τα φτερά σου, να το κουμαντάρεις, να το προστατέψεις. Τώρα δε λέω είναι κυρ-Γιάννης ο μαιτρ, αλλά… γέρος άνθρωπος είναι κι’ αυτός. Πόσο θα τραβήξει ακόμα; Δυο χρόνια; Τρία; Άντε το πολύ τέσσερα. Δεν τον βλέπω παραπάνω. Εσύ όμως Ζωζώ είσαι νέα. Έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου. Γι’ αυτό σου λέω. Εσύ Ζωζώ. Εσύ πρέπει να πάρεις το μαγαζί».

«Καλά τα λες κύριε Απόστολέ. Αλλά εσύ; Εσύ τί θα κάνεις;»

«Εγώ; Άσε με εμένα».....

....Δεν είχε βγει ο Ιούλης και τα συμβόλαια μεταβίβασής του μαγαζιού είχανε γίνει.....

Ήρθε και το άλλο βράδυ, νωρίς – νωρίς στο μαγαζί ό κύριος Απόστολος, μάζεψε όλο το προσωπικό και τους το ανακοίνωσε. «Από αύριο αφενικό είναι η Ζωζώ». Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα....

...«Βρε η Ζωή… Κοίτα ρε, χρόνια και ζαμάνια. Που τη βρήκες αυτή;» με ρωτάει ο κύριος Απόστολος.

«Στις ανασκαφές», του απαντάω.

Τραγουδάει μόνη της χωρίς να τη συνοδεύει κανένα όργανο. Ακάπελα που λένε και οι μουσικοί. Η φωνή της λίγο βραχνή και ζεστή γεμίζει την αίθουσα. Έτσι σου ‘ρχεται να απλώσεις τα χέρια σου να τα ζεστάνει η φωνή της.

Σε λίγο μπαίνει και ο μαέστρος με το πιάνο του. Δειλά – δειλά στην αρχή, μερικές νότες από το πιάνο «κλιν-κλον», μπερδεύονται με τη φωνή της Ζωής.

Οι νότες του πιάνου πληθαίνουν και έρχεται σε λίγο η σειρά των μπουζουκιών. Στην αρχή πάλι δυο τρία «κριν –κριν», που μόλις ακούγονται για να γίνουν σε λίγο πιο δυνατά και πιο δυνατά ακόμη....

Έτσι λοιπόν όπως καθότανε οι μπουζουξήδες με τους βραχίονες των μπουζουκιών, του ενός δεξιά, του άλλου αριστερά, με τη Ζωή ανάμεσα τους και πιο μπροστά, φαντάζουν σαν ένας σταυρός. Σταυρός από ρεμπέτικη λιτανεία. Αρχίζουν και τα άλλα όργανα να μπαίνουνε στο πατιρντί. Άναψαν και τα φώτα στη σκηνή και ήταν όλα θαρρείς και είχε φωνάξει ο Θεός τους ρεμπέτες τους αγγέλους του και κάνανε πάρτι.

{Πολιτικά δρώμενα 1973-Πολυτεχνείο-Χούντα Ιωαννίδη}

Εκείνη τη χρονιά, το 1973, η τριανδρία της χούντας, Παπαδόπουλος, Παττακός και Μακαρέζος δεν κοιμόταν και πολύ ήρεμα. Οι αντιδράσεις του κόσμου και πιο πολύ του φοιτητόκοσμου, είχαν πολλαπλασιαστεί.....

.....Αυθόρμητα, χωρίς να δοθεί κανένα σύνθημα, χωρίς καμιά προτροπή, χωρίς να οργανωθεί από κάποια αντιστασιακή οργάνωση, έχει αρχίσει η κατάληψη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Είναι το πάθος και ο πόθος των παιδιών για μια ελεύθερη Ελλάδα που οδηγεί τις πράξεις τους… και στο τέλος τις θυσίες τους.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας τα πεζοδρόμια της Πατησίων, έξω από το Πολυτεχνείο είναι πλημυρισμένα από νέους ανθρώπους και το βράδυ μέσα στο χώρο του Πολυτεχνείου έχουν κλειδωθεί χίλιοι πεντακόσιοι φοιτητές....

Προηγούμενα αποσπάσμα
Επόμενα αποσπάσματα