Saint Saens - Rondo capricciozo -
00:00 / 00:00
- Εσπερινοί - Μ.Χατζιδάκης
00:00 / 00:00
Σκαλκώττας - 5 Ελληνικοί χοροι -
00:00 / 00:00

"Ανεξίτηλοι λεκέδες και πολύχρωμες πεταταλούδες"

 Αποσπάσματα από την "Μικρή οβαλ ξύλινη κορνίζα"

(Σελίδα 1η από 5)

Νίκος δεν ήταν άνθρωπος των καταχρήσεων και των παθών. Τζόγος, αλκοόλ, ξενύχτια και άλλα τέτοια παρεμφερή δεν ήταν στοιχεία της ζωής του. Η ζωή του ήταν μετρημένη, νοικοκυρεμένη, ας πούμε.

Τα πάθη όμως δεν είναι μόνο ο τζόγος, το αλκοόλ, και τα ξενύχτια. Υπάρχουν ένα σωρό ακόμη μικρά και μεγάλα.

Το πάθος το δικό του, το μεγάλο του πάθος, ήταν οι γυναίκες. Οι γυναίκες ήταν η αδυναμία του. Λάτρης του ασθενούς, του ωραίου φύλου. Αθεράπευτος γυναικάς. Πιστός οπαδός του ποδόγυρου και λάτρης της γυναικείας ομορφιάς.

Αδιακρίτως. Ξανθές, μελαχρινές, κοκκινομάλλες, ψηλές, κοντές, με γαλάζια ή με μαύρα μάτια με καστανά ή πράσινα, πολύ όμορφες, ημιόμορφες ή έστω και καλούτσικες συμπεριλαμβανόταν μέσα στα γούστα του.

Οι φυλετικές διακρίσεις δεν ήταν χαρακτηριστικό του.

Η μόνη εξαίρεση ήταν οι χοντρές, όχι από ρατσισμό, αλλά να…Τα κιλά του, η σωματική του διάπλαση δεν του επέτρεπαν να τα βάζει με αντιπάλους της κατηγορίας "βαρέων βαρών".  Εξ άλλου κάτι τέτοιο θα ήταν και "αντιαθλητικό".

Κουσούρι  το να είσαι γυναικάς;  Μεγάλο κουσούρι.  Και αυτός πότε το απέκτησε;

Δεν το απέκτησε. Έτσι είχε γεννηθεί. Μέσα στα γονίδια του ήταν το πάθος του για τις γυναίκες....

 

....Δεν άργησε να εκδηλωθεί. Στο νηπιαγωγείο πήγαινε όταν για πρώτη φορά τον έπιασαν στα πράσα.

Τότε, όταν εκείνος πήγαινε στο νηπιαγωγείο, τα νηπιαγωγεία δεν ήταν όπως είναι σήμερα. Με δικές τους κτηριακές εγκαταστάσεις, ανεξάρτητα από τα άλλα σχολεία. Η μια και μοναδική τάξη της προσχολικής παιδείας, η τάξη του νηπιαγωγείου στεγαζόταν μαζί με τα Δημοτικά σχολεία.

Από μικρός ήταν όμορφο παιδάκι. Ένα κουκλάκι και μισό ήταν όταν πήγαινε στα νήπια. Σγουρά πυκνά μαλλιά, μεγάλα πράσινα μάτια, σαρκώδη χείλη και δυο ροδαλά μαγουλάκια σαν ώριμα ροδάκινα Η ιδανική κούκλα για τα μεγαλύτερα κορίτσια της πέμπτης και της έκτης τάξης.

Σε κάθε διάλειμμα, ή σχεδόν σε κάθε, ήταν στην αγκαλιά ενός μεγαλύτερου κοριτσιού που χαιρόταν τη νηπιακή του ομορφιά.

"Κοιτάξτε καλέ τι όμορφο παιδάκι που έχω στην αγκαλιά μου!" κοκορευόταν στις συμμαθήτριές της όποια τον κρατούσε στην αγκαλιά της.

Και στον ίδιο του άρεζαν οι κοριτσίστικες αγκαλιές και πολύ μάλιστα. Ιδίως όταν κανένα κορίτσι ακουμπούσε το μάγουλό της στο μάγουλό του ή όταν τον έσφιγγαν πολύ στην αγκαλιά τους και ένιωθε ένα άγουρο κοριτσίστικο στήθος να τον πιέζει. Τότε τρελαινόταν από χαρά και ένιωθε και μια ενόχληση μέσα στο βρακί του.   Ώσπου μια μέρα…

Η Έφη ήταν η αγαπημένη του αγκαλιά, γιατί ή Έφη ήταν… μεγαλοκοπέλα. Σχεδόν σχηματισμένη γυναίκα στα δώδεκα της χρόνια.

Και τι το 'θελε η έρμη; Είπαμε: έκανε ζέστη κι' αυτή είχε ξεκούμπωτα τα δυο επάνω κουμπιά της σχολικής της ποδιάς.

Πολύ του άρεζε να κάνει χάζι στο όμορφο αυλάκι ανάμεσα στο στήθος της και ήταν και αυθόρμητο παιδί. Από μικρός ήταν αυθόρμητος. Πάνω στον αυθορμητισμό του, κάνει μια έτσι, χώνει το χέρι του στην ανοιχτή ποδιά και της χουφτώνει το βυζί.

Κατατρόμαξε το κορίτσι. Κάνει μια κίνηση, να τον απομακρύνει από το στήθος της και πάνω στην κίνησή της διαπιστώνει και το άλλο: Η ζωντανή της κούκλα είχε στύση...

 

....Καθώς τα χρόνια περνούσαν και μαζί μ' αυτά και οι γυναίκες απ' τη ζωή του, είχε αποκτήσει μια τρομερή εξειδίκευση. Είχε εξελιχτεί στον καλύτερο κυνηγό.

Στα δέκα θηράματα που έβαζε στο στόχαστρό του έριχνε τα εννέα.  Τα έριχνε; Τι δηλαδή τα σκότωνε;

Όχι - όχι. Μην πανικοβάλλεστε. Τα έριχνε στο κρεβάτι του, γιατί τα θηράματα του ήταν γυναίκες κι' αυτός ο θηρευτής. Ο εραστής.

....Τώρα… Τώρα στα εξήντα οκτώ του χρόνια τί έκανε; Τίποτε δεν μπορούσε να κάνει πια, ή το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιμένει το θάνατο. Και το ήξερε: Δεν θα αργούσε.

Πριν από δύο χρόνια τον είχε χτυπήσει η επάρατος. Έκανε διάφορες θεραπείες, αλλά ούτε τα δικά του φάρμακα, ούτε τα φάρμακα άλλων εταιρειών δεν μπόρεσαν να τον θεραπεύσουν. Απλά του έδωσαν μια παράταση ζωής. Μια παράταση με ημερομηνία λήξης και η ημερομηνία αυτή ήταν κοντά....

....Έμοιαζε με σπασμένο καράβι, πεταμένο, ξεβρασμένο στην ακτή. Σε μια ακτή που μήτε άνθρωποι πήγαιναν, μήτε γλάροι πετούσαν. Σπασμένο καράβι χωρίς κατάρτια και πανιά. Μόνο η άγκυρα του είχε μείνει, στραβωμένη κι' αυτή, καρφωμένη στην στεγνή άμμο.

Τόσα και τόσα ταξίδια είχε κάνει αλλά ποτέ του δεν είχε αράξει σε λιμάνι. Πάντα άνοιγε πανιά και σαλπάριζε για αλλού. Κι' αν δεν έφευγε ο ίδιος έδιωχνε τους γλάρους που είχα καθίσει στα ξάρτια του και στα σύρματα του καραβιού.

Ενώ υπήρξε δειλός, τώρα περίμενε τον αφανισμό του με θάρρος και καρτερικότητα. Δεν φοβόταν το θάνατο ενώ είχε φοβηθεί κάτι τόσο απλό και όμορφο.  Είχε φοβηθεί να πει "σ' αγαπώ". Δεν είχε αγαπήσει; Ίσως.....

....Η πόρτα του θαλάμου άνοιξε. Η αδελφή Ιωάννα, μέσα στην κατάλευκη ρόμπα της, με το καπελάκι της να δίνει ομορφιά στα κατάξανθα μαλλιά της ή να παίρνει ομορφιά από αυτά, μπήκε στο θάλαμο. Με βήματα που μετριόταν μόνο με την κλίμακα ρίχτερ, κουνάμενη - συνάμενη όπως πάντα πλησίασε τον ασθενή.

"Καλημέρα. Πως πάμε σήμερα κύριε Νίκο;"

Ο κύριος Νίκος άνοιξε τα μάτια του για να τη δει. Την περιεργάστηκε όπως κάθε μέρα. Την έγδυσε με τα μάτια. Ο πιο ευχάριστος τρόπος για να αρχίσει την ημέρα του. Μια νέα μέρα, από τις λίγες που του επέμεναν. Πριν απαντήσει στην ερώτηση της σκέφτηκε: "Θεέ μου τι γυναίκα; Τι γκόμενα; Τι κορμάρα;" Και μακάρισε τον άντρα που χαιρόταν ένα τέτοιο θεσπέσιο κορμί. Μια τέτοια γυναίκα.

Στον τάφο θα τον βάζανε κι' αυτός θα έβγαζε το κεφάλι από την κάσα για να δει αν είχε έρθει καμιά όμορφη στην κηδεία του. Αδιόρθωτος.

"Καλά", απάντησε στην ερώτηση της όμορφης νοσοκόμας, αλλά το "καλά" του μόνο καλά δεν ήταν.

"Πονάς;"

"'Όλη τη νύχτα. Μαύρο ύπνο έκανα"....

...."Πάω να σου φέρω παυσίπονα", είπε η όμορφη Ιωάννα, και στράφηκε προς την πόρτα, χαρίζοντας στον ασθενή Νίκο τη θέα ενός άλλου τοπίου. Τη θέα του στητού ολοστρόγγυλου κώλου της.

Δεν άργησε η δράση των παυσίπονων. Ούτε και η δράση της ήπιας νάρκωσης άργησε. Με απαλλαγμένο το άρρωστο κορμί του από τους πόνους και το μυαλό του από την αντιμετώπιση των πόνων, βρέθηκε σε έναν άλλο κόσμο σε έναν κόσμο ονείρου, φαντασίωσης και αναμνήσεων....

 

....Είδε την ίδια οπτασία δυο φορές; Μια φορά τότε, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου στην Αράχοβα, μέσα στην αϋπνία που τον έδερνε, ή μήπως τώρα ήταν η πρώτη φορά, μέσα στην παραζάλη του από την ήπιο ναρκωτικό που κυλούσε μέσα στις φλέβες του για να του απαλύνει τον πόνο. Όπως και να είχε το πράγμα το ίδιο ήταν γιατί οι εικόνες μέσα στο μυαλό του ήταν το ίδιο ζωντανές με τις πραγματικές εικόνες. Σκηνές από λίγες όμορφες, ερωτικές ημέρες.....

.....Η πρώτη εντύπωση ήταν κάπως συγκεχυμένη, όπως το ίδιο συγκεχυμένη ήταν και η μορφή της.

Αυτό εκεί απέναντι, λίγο μακριά ακόμη, στο πλακόστρωτο με τις άσπρες πλάκες της προκυμαίας ήταν σίγουρα ένας αντικατοπτρισμός. Ο αντικατοπτρισμός ενός αγγέλου ντυμένου στα άσπρα, με ένα μικρό ψάθινο καπέλο στο κεφάλι. Μια άσπρη μορφή που δεν περπατούσε, αλλά αιωρείτο λίγο πάνω από το πλακόστρωτο και ερχόταν προς το μέρος του.

"Οι άγγελοι δεν φορούν ψαθάκια στο κεφάλι", συλλογίστηκε και με λίγη λογική ακόμη κατάλαβε πως η μορφή που έβλεπε να πλησιάζει δεν περπατούσε στον αέρα. Αυτή την εντύπωση, την εντύπωση της αιώρησης  τη δημιουργούσαν  τα καμώματα της ζέστης, και το άπλετο φως που διαχεόταν στο πλακόστρωτο.  

 Ήταν μια κοπέλα ντυμένη στα άσπρα και στο κεφάλι φορούσε ένα μικρό ψάθινο καπέλο....

....Της τηλεφώνησε στις οκτώ και δύο λεπτά, πριν ακόμη  πει καληνύχτα στους συνέδρους. Συναντήθηκαν στις οκτώ και μισή. Δείπνησαν σε ένα γραφικό ταβερνάκι. Αν τους έβλεπε κανείς θα νόμιζε ότι δεν είχαν γνωριστεί πριν λίγες ώρες αλλά πριν από μερικές χιλιάδες ώρες. Ταιριαστό ζευγάρι. Αρμονικό κι' αγαπημένο. Συζητούσαν και συμφωνούσαν σε όλα, ακόμη και σε θέματα που αφορούσαν το χωρισμό τους. Δεν είπε κανείς και δεν διερωτήθηκε κανείς "πότε και πως θα χωρίσουν" και πόσο θα κρατήσει αυτό που θα τολμούσαν να ζήσουν, αυτός ο δεσμός τους η ερωτική τους συνύπαρξη, αλλά τα συμφραζόμενα καθόριζαν το χρονικό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο πολύ σφιχτό.....

....Η ανάμνηση της Ελένης κυριαρχούσε 'πάνω από όλα.

"Αν τη βρω θα της προτείνω μια θέση στο συνέδριο. Ίσως σαν ξεναγό στην προγραμματισμένη ξενάγηση στους Δελφούς. Ποιός ξέρει τους Δελφούς πιο καλά από την Ελένη;" ρώτησε τον εαυτό του και έδωσε και την απάντηση: "Κανείς". Συνέχισε να λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο.

"Ίσως να την προσλάβω και στην εταιρεία, αν θέλει φυσικά".

"Μήπως θέλεις να την προσλάβεις και στη ζωή σου;" τον ρώτησε ο εαυτός του. Αρκέστηκε να χαμογελάσει και άφησε την ερώτηση να αιωρείται αναπάντητη.

Επόμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα