Προηγούμενα αποσπάσματα
"Ζωζώ - δύο ιστορίές"
Αποσπάσματα - Σελίδα 6η από 6)

...Στους έξι μήνες είχα μάθει τόσα πολλά που ούτε εγώ αλλά ούτε και Μιλτιάδης το πιστεύαμε.

Είχα διαβάσει πάνω από δεκαπέντε λογοτεχνικά βιβλία, χώρια οι μυθολογίες και οι ιστορίες και έμαθα όλες τις άγνωστες λέξεις που μου ‘γραφε ο Μιλτιάδης στα τετράδια. Λέω τετράδια γιατί είχανε γίνει δύο και τώρα γράφαμε το τρίτο.

Έμαθα τα συντασσόμενα μετά δοτικής και τα συντασσόμενα μετά αιτιατικής, τα επίθετα και τους βαθμούς τους, θετικός, συγκριτικός και υπερθετικός. Έμαθα ότι δε λέμε «πιο καλύτερος» αλλά λέμε σκέτο «καλύτερος» ή «πιο καλός» και ότι ενώ υπάρχει ο «καλύτερος» δεν υπάρχει ο «κακότερος» αλλά ο «χειρότερος».

Που να τα φανταζόμουν εγώ, από μόνη μου, όλα αυτά.....

....Δεν ήταν μόνο που έμαθα να μιλάω σωστά, έμαθα και πολλά άλλα. Είχα βλέπετε και άλλους δάσκαλους. Κουλτουριάρηδες δάσκαλους. Ο ένας ήταν ο μαέστρος μου ο Κυριάκος και ο άλλος ήταν ο σκηνοθέτης μου.

Θυμάστε που μου είχε πει ο Κυριάκος ότι γράφει κάτι συνθέσεις, που όταν θα τις άκουγα θα μου «έφευγε το τσερβέλο».

Ήρθε λοιπόν ένα βραδάκι στο γραφείο με μια ταινία μαγνητοφώνου στο χέρι και μου είπε:

«Τις τέλειωσα τις συνθέσεις μου. Δεν είναι όλες δικές μου, έχω και μερικές μεταγραφές. Να σου τις βάλω να τις ακούσεις;»

Πήγε στο μαγνητόφωνο που είχα στο γραφείο και έβαλε την ταινία να παίζει.

Έλα ντε που δε μου έφυγε κανένα τσερβέλο, αλλά παραλίγο να μου ’πεφταν τα μαλλιά.

«Τί είναι αυτό ρε Κυριάκο; Με καράφλιασες».

«Πω πω. Συγνώμη βρε Ζωζώ. Λάθος ταινία έφερα».

Πάει στο γραφείο του και σε δυο λεπτά γυρνάει με τη σωστή ταινία. Τη βάζει να παίξει και μπράβο του. Είχε κάνει κάτι διασκευές από παλιά λαϊκά τραγούδια και από κάτι ελαφρολαϊκά, που ακουγόταν πολύ όμορφα. Μπράβο του. Εγώ όμως, τι σκατά με είχε πιάσει δεν ξέρω είχα κολλήσει στο «ταρατζούμ-ταρατατζούμ» από την προηγούμενη ταινία.

«Τί ήταν η άλλη η ταινία Κυριάκο;» Ρωτάω το μαέστρο μου.

«Κλασσική μουσική Ζωζώ. Βιβάλντι», μου απαντάει.

Μπα! Αυτή ήταν η κλασσική μουσική; Κάτι είχα ακούσει περί αυτής, αλλά την ίδια δεν την είχα ακούσει ποτέ. Όσο για αυτό το άλλο που είχε πει, εκείνο το «Βιβάλντι» μαύρα μεσάνυχτα. Ούτε που το ‘χα ξανακούσει.....

....Έμαθα έτσι και κάτι λίγα πράγματα για την κλασσική μουσική και για τους κλασσικούς συνθέτες. Και λέω λίγα. Δε λέω ότι έμαθα πολλά, γιατί ο Κυριάκος ο μαέστρος πάντα μου έλεγε.

«Δεν τελειώνει πουθενά η μελέτη και η μάθηση της κλασσικής μουσικής. Άπειρη είναι η γνώση της. Κι’ εγώ που τόσα χρόνια τη σπούδαζα, τί θαρρείς ότι ξέρω; Σχεδόν τίποτε».

Δηλαδής μία από τα ίδια που μου ’λεγε ο δάσκαλος μου ο φιλόλογος, ο Μιλτιάδης.

Εκείνος μου έλεγε για τα Ελληνικά, που όσο και να τα μάθεις πάλι δεν τα ξέρεις τέλεια. Και ο Κυριάκος τώρα:

«Απύθμενο πηγάδι, γεμάτο θησαυρούς είναι η κλασική μουσική».

Κοιτάξτε ρε που πήγα και έμπλεξα η άμοιρη. Τί τα ‘θελα τα Ελληνικά και τις κλασσικές μουσικές; Πράματα που ποτέ τους δεν τελειώνουν;.....

Ιδού λοιπόν εγώ… η Ζωζώ.

Σχεδόν απόμαχος της ζωής.

Μέχρι τα πενήντα πέντε μου έκανα όσα καλά, όμορφα, κοσμικά και διασκεδαστικά σας είπα παραπάνω. Δεν είχα τώρα και τις παλιές επαγγελματικές έγνοιες. Ούτε μαγαζιά ούτε άλλες φασαρίες. Πάντως το παραδάκι έτρεχε μπόλικο. Έπαιρνα το ποσοστό μου από τα κέρδη της Εταιρείας των Χιούι, Λούι και Ντούι, δηλαδή του Μάκη, του Σάκη και του Λάκη, που δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο, είχα και κάτι λίγα από τις μετοχές των τραπεζών και από κάτι ομόλογα με ετήσια απόδοση, μπήκανε και τα λεφτά από την πώληση του μαγαζιού και ο λογαριασμός μου στην Τράπεζα όλο και αβγάταινε. Περίμενα να μου ‘ρθει σε λίγα χρόνια και η σύνταξη.

Κι’ εγώ τί ξόδευα; Σχεδόν τίποτε. Αφού όλα τα μεγάλα μου έξοδα, ταξίδια κρουαζιέρες και τέτοια ήταν πληρωμένα από τους γκόμενους, εγώ τί να ξοδέψω;

Πάνω σ’ αυτά ερχόταν και τα άλλα. Τα καθαρά κέρδη. Τα μαύρα. Τα αφορολόγητα. Ξέρετε από πια πηγή. Μη λέμε τα ίδια και τα ίδια, γιατί θ’ αρχίσω να ντρέπομαι.

Πάντως αυτά τα τελευταία έσοδα λίγο – λίγο είχαν αρχίσει να λιγοστεύουν. Ε πώς να το κάνουμε. Στα πενήντα πέντε μου ήμουν πια… σαν ξερό σύκο. Το μόνο καλό ήταν ότι τα ξερά τα σύκα είναι γλυκά. Τώρα δε ψωνιζόμουν πια εγώ. Δε με κάνανε καμάκι οι άντρες. Μάλλον εγώ ψώνιζα από κανέναν, γιατί… Τί θα το κάναμε δηλαδής; Στη σαλαμούρα θα το βάζαμε; Ε όχι κι’ από τα πενήντα πέντε.

Και ανάθεμά, τα χρόνια που περνούσαν. Πώς από πενήντα πέντε έγινα εξήντα και μετά εβδομήντα, ούτε που το κατάλαβα.

Πώς πέρασε έτσι η ζωή μου; Πώς πέρασαν τα χρόνια. Σαν ένα φύσημα τ’ ανέμου ήταν όλα. Από το γιογιό μου στην αυλή, με τη μπουγάδα της μάνας μου απλωμένη γύρω - γύρω, μέχρι τη χέστρα που κάθομαι τώρα, που έχει και λαβές δεξιά κι’ αριστερά για να μπορώ να πιάνομαι και σηκώνομαι πιο εύκολα, όλα πέρασαν σαν ένα τίποτε. Σαν μια πνοή του ανέμου.

Σαν μια φωτιά που άναψε δειλά και δύσκολα, φούντωσε για λίγο και τώρα ίσα – ίσα που καίει. Έτσι τη βλέπω τη ζωή μου. Τη ζωή μου την πριν και τη ζωή μου την τώρα.

Μην απορείτε με τη χέστρα. Έτσι είναι οι χέστρες στα γηροκομεία, στους οίκους ευγηρίας που λένε. Με χερούλια δεξιά κι’ αριστερά για να κρατιέσαι, να σηκώνεσαι πιο εύκολα.

Εγώ δεν ήμουν σε γηροκομείο. «Πανσιόν για άτομα της τρίτης ηλικίας» γράφει απ’ έξω η ταμπέλα. Εγώ όμως το βάφτισα αλλιώς: «γηροκομείο το χλιδάτο» το βάφτισα....

....Απ’ τους παλιούς; Μόνο ο μαέστρος ο Κυριάκος μου απόμεινε. Αυτός έρχεται πότε - πότε και με βλέπει και αν έχει καμιά καλή συναυλία ή κανένα καλό μπαλέτο, έρχεται με παίρνει με ταξί, κάθεται μαζί μου σε όλη την παράσταση και μετά με ταξί με γυρνάει πάλι πίσω. Και όταν τον ρωτάω:

«Γιατί τον κάνεις όλον αυτόν τον κόπο βρε Κυριάκο μου;» ξέρετε τί μ’ απαντάει;

«Γιατί είσαι η Ζωζώ» και πολύ με συγκινεί που με λέει Ζωζώ, γιατί εδώ και είκοσι πάνω – κάτω χρόνια έχω πάψει πια να είμαι η Ζωζώ. Η κυρία Πολυζώη Παυλίδη είμαι, ανάθεμα τη φάρα μου.

Σας είπα. Όλους τους παλιούς τους έχω χάσει, αλλά εδώ έχω κάνει καινούριους φίλους. Τον πιο καλό μου φίλο τον φωνάζω Άκη και είναι… ή μάλλον ήτανε ένας μπερμπάντης, κάτσε καλά.

Από τις πρώτες μέρες που έγινα τρόφιμος στο χλιδάτο γηροκομείο, που λέτε, ο Άκης κολλητός από πίσω μου. Δεν έλεγε να πάρει τα μάτια του από πάνω μου. Στο σαλόνι εγώ, στο σαλόνι και ο Άκης. Στον κήπο εγώ, στον κήπο και ο Άκης. Έβλεπα τηλεόραση εγώ, τηλεόραση κι’ αυτός. Μόνο στη χέστρα, άντε και στο δωμάτιο μου δεν ερχόταν, κι’ αυτό πάλι είναι σχετικό, γιατί μέχρι την πόρτα του δωματίου μου τον είχα από πίσω μου. Κάπου εβδομήντα πέντε χρονών ο Άκης, αλλά κοτσονάτος.

Μια μέρα δεν άντεξα. Όχι δηλαδής πως τον ξέχεσα τον άνθρωπο, αλλά είπα από μέσα μου:

«Για να δούμε ρε. Τί θέλει και κωλοτρίβεται τόσο πολύ ο τύπος;» Μήτε το όνομα του δεν ήξερα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τότε το έμαθα.

Πρωί, εννιάμιση η ώρα, βγαίνω από το δωμάτιο και τραβάω για να πάρω πρωινό. Τσουπ, από πίσω μου ο τύπος. Τρία δωμάτια πιο πέρα ήταν το δικό του δωμάτιο και σίγουρα μου την είχε στημένη.

Θα παραμόνευε με την πόρτα του μισάνοιχτη πότε θα σκάσω μύτη. Τραβάμε τώρα στο διάδρομο, μπρος εγώ, πίσω αυτός. Εγώ κάνω πως δε χαμπαριάζω τίποτε, κονταίνω το βήμα και τον αφήνω να πλησιάσει. Ξάφνου, σαν να είχα τάχα ξεχάσει κάτι στο δωμάτιο μου και γυρνούσα να το πάρω, κάνω μεταβολή και πέφτω ‘πάνω του. Πως δεν κουτουλίσαμε δεν ξέρω, αλλά και οι δυο ταρακουνηθήκατε για τα καλά.

«Ωωω… με συγχωρείτε. Με συγχωρείτε για το ατυχές συμβάν, αλλά δε σας πρόσεξα», του λέω και ήταν πέρα για πέρα ψέμα, γιατί όχι μόνο τον είχα προσέξει, αλλά τον είχα σημαδέψει κιόλας.

«Μα τί λέτε κυρία μου; Ποιο ατυχές συμβάν; Εγώ μάλλον ευτυχές θα έλεγα πως είναι και ναι μεν εσείς δε με προσέχετε ποτέ, αλλά εγώ σας προσέχω από την πρώτη στιγμή που σας είδα».

«Πω-πω…», σκέφτομαι, «ο τύπος σίγουρα είναι πτυχιούχος Πανεπιστημίου με ειδικότητα στο καμάκι»....

«Ρε Άκη… δεν παρατάς τις σάλτσες και τους μυστήριους προλόγους; Γιατί δε μπαίνεις μια και καλή στο ψητό; Λέγε. Θέλεις να το κάνουμε;»

«Ναι» είπε και η θαμπάδα των ματιών του γύρισε για λίγο σε λάμψη, αλλά λάμψη κάτσε καλά....

Ιδού λοιπόν εγώ… η Ζωζώ.

Καθισμένη μπροστά στο λαπ-τοπ, να σέρνω πάνω στα κουμπιά του τα γερασμένα δάχτυλα μου, που ώρες – ώρες πονάνε αφόρητα απ’ την άτιμη την παραμορφωτική αρθρίτιδα που κληρονόμησα από τη μάνα μου. Δεν είπε κι’ αυτή να μου αφήσει κάτι καλό. Εγώ όμως να μην το βάζω κάτω. Έτσι μ’ έχει πιάσει πείσμα να σας τα γράψω όλα. Και τα κακά και τα καλά. Τώρα τί είναι τί; Ποιά είναι τα καλά και ποιά είναι τα κακά… μάλλον εσείς θα μπείτε στον κόπο να τα ξεχωρίσετε.

Κάθομαι και τραβάω με το παραγάδι της μνήμης, θύμησες παλιές και φρέσκιες, τις ξαγκιστρώνω και της αποθέτω στο χαρτί, σαν ψάρια στη χαρτοσακούλα του ψαρά. Τις ξεχωρίζω κιόλας. Έστησα μες στο μυαλό μου ένα καντάρι και λέω: «Σ’ αυτό το τάσι οι καλές, στο άλλο το τάσι οι κακίες, οι βρώμικες».

Φορές - φορές μπερδεύω τα τάσια και δεν ξέρω που βάζω τι. Και το άτιμο το καντάρι δε γέρνει κατά πουθενά. Μάλλον χαλασμένο θα είναι. Μάλλον κάπου θα σκάλωσε.

Αναλογίζομαι τι κέρδισα, τι έχασα. Τι έμαθα, τι δεν έμαθα. Και βλέπω πως μόνο κερδισμένη βγαίνω. Πως και κέρδισα και έμαθα. Γιατί τί είναι η ζωή; Ένα ταξίδι είναι κι’ όσο ταξιδεύεις τόσο μαθαίνεις.

Μέσα από αυτά τα ελάχιστα αποσπάσματα δεν είναι δυνατόν να δοθούν οι επτακόσιες και πλέον σελίδες του βιβλίου και φυσικά ούτε

- Η βιογραφία μιας γυναίκας από τα πέντε μέχρι τα εβδομήντα και πλέον χρόνια της και

- Η ιστορία της πανέρμης Ελλάδας από το 1950 μέχρι το 2015.

Προηγούμενα αποσπάσματα