Saint Saens - Rondo capricciozo -
00:00 / 00:00
- Εσπερινοί - Μ.Χατζιδάκης
00:00 / 00:00
Σκαλκώττας - 5 Ελληνικοί χοροι -
00:00 / 00:00

 Τρεις + 1 μικρές ιστορίες - Αποσπάσματα από το "Ταξίδι"

(Σελίδα 1η από 5)

Πρόλογος

Ένα ταξίδι… Ένα ταξίδι δεν είναι όλη η ζωή μας;

Άγνωστα τα δρομολόγια. Μόνο ο προ-ορισμός γνωστός.  Γνωστός και για τους πιο πολλούς… αβάσταχτος.  Ας μη μιλάμε γι’ αυτόν.

Το δρομολόγιο; Απρόβλεπτο. Μας πάει όπου θέλει.

Ξεκινάς για να πας να ζήσεις δυο όμορφες μέρες με τον άνθρωπο που αγάπησες κι’ έρχεσαι φάτσα κάρτα με το χάρο.

Προσπαθείς να βάλεις τα κομμάτια του πάζλ στη θέση τους και δεν ταιριάζει τίποτε.

Ένα ταξίδι γεμάτο «αν» .  Σε κάθε στροφή, σε κάθε ανηφόρα, σε κάθε κατηφόρα του δρόμου κι’ από ένα «αν» κι’ από ένα «μήπως».

Κι’ όταν με τον καιρό βάλεις τα κομμάτια του πάζλ στη σωστή τους θέση και δεις την εικόνα του, τότε τα «μήπως»   απαντιούνται, αλλά οι απαντήσεις των «αν»  βρίσκονται μέσα στα όρια του ονείρου και των απραγματοποίητων πόθων.

Και συνεχίζεις το ταξίδι, τώρα σε ήσυχους, ήρεμους και καλοστρωμένους δρόμους. Είσαι πια ο καλός και προσεκτικός οδηγός που εφαρμόζει πιστά τον Κώδικα Κυκλοφορίας της ζωής.

Έχεις μπει στο δρόμο της « καθημερινής συνήθειας» .  Μήπως την λένε ρουτίνα;

Πάντως ας είσαι καλά…. και πρόσεχε.

Αποσπασματα από το βιβλίο

....Εκείνο το βράδυ ήταν περασμένες εννιάμιση όταν έκλεισε τον υπολογιστή του και σηκώθηκε μουδιασμένος από το γραφείο του....

....Στο μπαρ δεν είχε πολύ κόσμο. Μάλλον ελάχιστοι ήταν οι θαμώνες.  Ήταν νωρίς ακόμη.

Ο Γιάννης πλησίασε και σκαρφάλωσε, όχι στο διπλανό σκαμπό, αλλά στο παραδιπλανό.  Έτσι για λόγους τακτ, άφησε μια άδεια θέση ανάμεσά τους.

Johnnie Walker με πολύ πάγο».  Είπε στον μπάρμαν.

Μετά περιεργάστηκε την γειτόνισσά του στο παραδιπλανό σκαμπό.

Ξανθιά, με όμορφα γαλάζια μάτια, μακιγιαρισμένη πολύ επιδέξια. Η μυτούλα της ελαφρά γυριστή προς τα πάνω. Χείλη καλογραμμένα, λαχταριστά.  Η φάτσα της δεν θύμιζε  Ελληνική ομορφιά. Είχε κάτι λίγο βόρειο...

....«Που πάμε»; ρώτησε τη Στάσια κι εκείνη σήκωσε ναζιάρικα τους ώμους χωρίς να πει τίποτε, αλλά εννοώντας πολλά.

«Ντεν ξέρω, Όπου να ‘ναι.  Εσύ αποφασίζει». 

Μετά χαϊδεύτηκε στο δερμάτινο κάθισμα του αυτοκινήτου, άγγιξε με τα ακροδάχτυλά της την ξύλινη τριανταφυλλένια επένδυση του ταμπλό και είπε.

«Πολύ ωραίο αυτοκίνητο.  Είσαι πλούσιος Γιάννη;»....

....Σηκώθηκε και πήγε κοντά στο στέρεο. Δεν άφησε τον Τσαϊκόφσκι να στροβιλίζεται για πολύ ακόμη στο πλατό του πικ-απ.

Καλή η κλασσική μουσική. Ανεβάζει τα συναισθήματα, αλλά τη λίμπιντο τη σκοτώνει. Την κάνει θρύψαλα.  Το ήξερε αυτό ο Γιάννης από τις ατελείωτες συζητήσεις με τους φίλους του....

....Η ερωτική μουσική πλημμύρισε το δωμάτιο.

«Χορεύουμε»;

Χόρεψαν… Και μετά… βρέθηκαν να κυλιούνται στο πάτωμα, μετά στον καναπέ και τέλος στο κρεβάτι. Εκεί τους βρήκε το πρωί ξέπνοους από την ολονύχτια σπονδή στις θεότητες του έρωτα.   Το πικ-απ έπαιζε ακόμη: «Τουκ – τουκ – τουκ» , καθώς η βελόνα σερνόταν πάνω στις ατέρμονες αυλακιές, κοντά στο κέντρο του δίσκου.

....«Τί; Φεύγετε; Μα εσύ μου είπες ότι»

«Σου είπα ότι ντεν ξέρω.  Ντεν εξαρτάται από μένα. Άλλο αποφασίζει. Τα αφεντικά».  Και σκούπισε ένα δάκρυ της πριν καλά - καλά ξεστρατίσει από το μάτι και της χαλάσει το μακιγιάζ....

....Λίγα χιλιόμετρα πριν από τις Σέρρες η διασταύρωση προς τα αριστερά.  Η πινακίδα έγραφε: «Βουλγαρία 38» .

Ο Γιάννης διάβασε: «Στάσια 38»....

....Στη μπροστινή πόρτα με μεγάλα άσπρα γράμματα έγραφε POLICE και ένας μπλε φάρος αναβόσβηνε ράθυμα στην οροφή του.   Ένας τεράστιος αστυνομικός, μεγαλόσωμος σαν τον Γολιάθ, στεκόταν όρθιος, έξω από το αυτοκίνητο, κοντά στην πόρτα του οδηγού.  Στο χέρι του κρατούσε κάτι σαν γκλοπ.  Έκανε σινιάλο στο Γιάννη να σταματήσει.  Ο Γιάννης υπάκουσε.

....«Τους πούστηδες θα με ληστέψουν»  σκέφτηκε ο Γιάννης.  Και συγχρόνως με τη σκέψη του ένοιωσε ξένα χέρια να χώνονται στις τσέπες του.  Βγήκαν όλα έξω.  Το πορτοφόλι του, το κινητό του, τα κλειδιά του σπιτιού και του γραφείου. Όλα. Τον ξάφρισαν για τα καλά....

Επόμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα