Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα

 

Απ' το Μεσαίωνα στο Μεσαίωνα

Αποσπάσματα από το 1ο Μέρος

   - Καθόταν λοιπόν η Ρανιώ πάνω στο βράχο ανακούρκουδα και χάζευε τον κάμπο και το χωριό κι’ άλλες φορές πλάγιαζε ανάσκελα και έκανε χάζι τα μικρά άσπρα συννεφάκια κατά πού ταξίδευαν στον ουρανό σπρωγμένα απ’ τον άνεμο. 

Όταν ταξίδευαν από το νοτιά προς το βοριά ήξερε ότι θα ’ρθει βροχή κι’ αν τραβούσαν ανάποδα, προς το νοτιά δηλαδή, ήξερε ότι θα βγάλει κρύο.

Το βοριά και το νοτιά δεν τα κατε'ίχε η Ρανιώ από παλιά.  Αυτή κάτεχε μόνο την ανατολή και τη δύση.

Απ’ την ανατολή ξεπρόβαλε ο ήλιος κάθε μέρα και στη δύση πήγαινε να κοιμηθεί. Το βοριά και το νοτιά της τα ’μαθε ο αδελφός της, που ’ταν κοσμογυρισμένος.

Της έλεγε μάλιστα ότι προς το νοτιά είναι και η θάλασσα, μα τι ακριβώς ήταν η θάλασσα ποτέ της δεν κατάλαβε.

Της έλεγε πως εκεί που τελειώνει η στεριά αρχίζει η θάλασσα, που είναι μπλε νερό και που δεν τελειώνει πουθενά.

Μα πώς δεν τέλειωνε πουθενά; Αν δεν τέλειωνε πουθενά κάπου θα χυνόταν και θα άδειαζε. Και το ρέμα, και ο βούρκος που σχηματιζόταν εκεί που το ρέμα έφτανε στο ίσιωμα κάπου άρχιζαν και κάπου τέλειωναν. Γι’ αυτό δεν χυνόταν. Και το νερό τους ήταν άχρωμο. Όχι μπλε.

    «Παράξενα πράματα», σκεφτόταν όταν έφερνε στο νου της τη θάλασσα. «Πολύ παράξενα». Και της Ρανιώς δεν της άρεσε να σκέφτεται παράξενα πράματα. «Άκου να δεις… Δεν τελειώνει πουθενά και δεν χύνεται κιόλας.» 

  Ο άλλος ο νταλγκάς της μάνας της ήταν ό γιός της. Πιο ανεπρόκοπος άνθρωπος θαρρούσε πως δεν υπήρχε πουθενά αλλού.

«Πάνε να τσαπίσεις λίγο τα λάχανα βρε, να τα ξεχορταριάσεις» του ‘λεγε, έπαιρνε εκείνος το τσαπί πήγαινε στα λάχανα και το παρατούσε εκεί. Μήτε μια τσαπιά δεν έριχνε....

...Τέτοιος ήτανε: Ανεπρόκοπος και αχαΐρευτος. Και να πεις πως ήτανε μικρός;  Δώδεκα χρονών γομάρι ήτανε και μπρατσωμένο παιδί. Από προκοπή όμως… τίποτε....

....Τις μόνες φορές που δεν γκρίνιαζε ήταν όταν ο Ζήτας της έδινε μερικούς ψιλό-παράδες που του είχε δώσει για χαρτζιλίκι ο μεγάλος φίλος του ο Στράνο. Τι να τους κάνει τους παράδες αυτός;  Στο χωριό ντιπ άχρηστοι του ήτανε.  Και όταν δεν του γκρίνιαζε η μάνα του, καθόταν και της έλεγε τις μαγευτικές ιστορίες που είχε ακούσει από το φίλο του τον Στράνο. Αποτέλεσμα; Τώρα η μάνα του δεν τον έλεγε μόνο ανεπρόκοπο και αχαΐρευτο. Τον έλεγε και αλλοπαρμένο και ονειροδαρμένο και συμπλήρωνε: «Εσύ παιδί μου δεν πρόκειται να κάνεις καμιά προκοπή στη ζωή σου. Σύρε βρε να ταΐσεις το γουρούνι. Κάνε καμιά προκοπή. Ακαμάτη.»....

...«Στο καλό παλληκάρι μου, στο καλό να πας καμάρι μου, καλό δρόμο να ‘χεις» ευχότανε η μάνα, που ούτε που είχε καταλάβει πως σε λιγότερο από δυο χρόνια ο «ανεπρόκοπος», «αχαΐρευτος» και «ακαμάτης» είχε γίνει το «παλληκάρι» της και το «καμάρι» της.

Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα