Ο τρελός της  χήρας

Το βιβλίο μου «Ο τρελός της χήρας» δεν είναι αναρτημένο στο διαδίκτυο.

Κυκλοφορεί σε έντυπη μορφή (βιβλίο) και διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία:

 

Μπορείτε να το παραγγείλετε κάνοντας "κλικ" σε ένα από τα παραπάνω μπλε τετραγωνάκια.

 

Περίληψη

Κείμενα σε […] είναι αποσπάσματα από το βιβλίο

     Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι τρεις.

Ο τρελό-Γιαννος, Ο παπα-Σωτήρης και η Μυρτώ. [Δεν είναι μόνοι. Ανάμεσα τους κυκλοφορούν πολλοί: Ψαράδες, μαμές, καπεταναίοι, γαλατάδες, κηπουροί, καφετζήδες, έμποροι, φιλενάδες, σύζυγοι, αδέρφια. Κάθε καρυδιάς καρύδι]. Τρία είναι και τα αντίστοιχα κεφάλαια.

     Ο Τρελό-Γιαννος

     Ο Γιάννης είναι ένας πολύ καλό, φρόνιμο και συνετό παιδί. Είναι το καμάρι των δασκάλων του, των καθηγητών του και των χωριανών του.

Ε πώς; Δεν θα είναι και το καμάρι των γωνιών του;

     Ο πατέρας, ο κυρ-Χρήστος είναι ψαράς. Ψαρού είναι και η μητέρα του η Πελαγία, που βγαίνε στο ψάρεμα μαζί με τον άντρα της για βοηθός άλλα και για συντροφιά.

Ο Γιάννης κάθε πρωί, παρέα με την πανέμορφη Μυρτώ, που είναι δυο χρόνια χρόνια μικρότερή του και με ένα άλλο παιδί από το χωριό, παίρνουν το αγοραίο για να πάνε στο Γυμνάσιο που είναι στη χώρα.

Ανάμεσα στον Γιάννη και στη Μυρτώ, που η ομορφιά της συναγωνίζεται με τη σύνεση και σε λογική της, αναπτύσσεται μια αμοιβαία συμπάθεια.  Επόμενο ήταν: Κάθε μέρα μέσα στο αγοραίο πάνε-έλα στο σχολειό. Μαζί στα διαλειμματα, μαζί στα παιχνίδια.

      Ένα πρωί, το καΐκι τους η «Πελαγίτησσα», δεν γύρισε από το ψάρεμα να δέσει στο μόλο του χωριού. Τον κυρ-Χρήστο και την Πελαγία τους βρήκαν πνιγμένους σε ένα κοντινό νησί. Εκεί τους είχε ξεβράσει η θάλασσα. Με ένα σκάφος του λιμενικού και ένα καΐκι έφεραν τα πτώματά τους στο νησί για την κηδεία.

        [ Στο μόλο, στο Ψαροχώρι, είχε συναχθεί όλο το χωριό. Τέτοια σύναξη μόνο τη μέρα των Φώτων γινότανε, τότε που ο παπα-Σωτήρης συνοδευόμενος απ’ τους ψαλτάδες, τον καντηλανάφτη και τα παπαδοπαίδια με τα εξαπτέρυγα, κατέβαινε στο μόλο να αγιάσει τα νερά.]

Κι' ο Γιάννης φυσικά εκεί, μαζί με τους άλλος, στο μόλο, να περιμένει.

      [ Και όταν τους αντίκρισε, όταν είδε πως είχε καταντήσει η θάλασσα την όμορφη μάνα του και τον λεβέντη πατέρα του δεν άντεξε.

Αυτό ήταν… Έβγαλε ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό, σαν λαβωμένος λύκος, τράβηξε με βία το χέρι του απ’ την παλάμη του παπα-Σωτήρη και όπου φύγει-φύγει. Άρχισε να τρέχει σαν τρελός μέσα στα καλντερίμια του χωριού.]

Απ' τη στιγμή εκείνη, ο Γιάννης, ο καλός και συνετός Γιάννης, έγινε «ο τρελό-Γιαννος». Ο Γιάννης έγινε απόμακρος. Τριγυρνούσε στα σοκάκια του χωριού, μόνος, βουβός, ατημέλητος και αδιάφορος.

  [ Καρφί δεν του καιγότανε του Γιάννη για τον περίγελο και δεν προσπαθούσε να αποφύγει κανέναν από αυτούς που συνήθως τον πείραζαν και τον περιγελούσαν.

Δυο ανθρώπους απέφευγε να συναντήσει. Ο ένας ήταν ο παπα-Σωτήρης.]

  [Ο άλλος άνθρωπος που συστηματικά απέφευγε ήταν η Μυρτώ. Μόλις την έβλεπε από μακριά, έσπευδε να εξαφανιστεί στο πρώτο σοκάκι. Κι’ αυτός δεν ήξερε γιατί. Ίσως γιατί ήταν ή μόνη που την ντρεπόταν και δεν ήθελε να δει το χάλι του. Πως είχε καταντήσει. Ίσως πάλι να φοβόταν να αντικρίσει την ομορφιά της, γιατί τα εσώψυχα του ακόμη του ‘λεγαν ότι δεν έπρεπε να αγαπήσει άλλον άνθρωπο όσο είχε αγαπήσει τη μάνα του και τον πατέρα του και ίσως ακόμη πιο πολύ]

   

Επόμενο κείμενο περίληψης
Επόμενο κείμενο περίληψης