Προηγούμενο απόσπασμα

Ο τρελός της  χήρας

Αποσπασματα από το κεφάλαιο 3

     Η Μυρτώ

     • Όσο μεγάλωνε η Μυρτώ, τόσο και πιο όμορφη γινόταν. Τα μάτια της, μεγάλα, αμυγδαλωτά και γκριζοπράσινα, φαίνονταν ακόμα πιο όμορφα κάτω από τη σκιά των μεγάλων γυριστών βλεφαρίδων της.

Τα πλούσια μαλλιά της, ίσια και κατάμαυρα σαν την κόλαση όταν ελεύθερα ανέμιζαν στο μελτεμάκι, της δίνανε μια όψη εξωτική.

Σαν νεράιδα ή σαν γοργόνα που περπατούσε στη στεριά φάνταζε.

Και όταν τα έδενε κότσο, ψηλά στο κεφάλι, η αρχοντιά της και η ομορφιά της γινόταν περίσσια.

Ο μακρύς λαιμός της που φανερωνόταν τότε γινόταν η φαντασίωση όλων των αντρικών φιλιών.

Ψηλή και λυγερόκορμη, ήταν ο κρυφός πόθος όλων των αρσενικών.

 

     • Τα χρόνια περνούσαν και η Μυρτώ κόντευε τα είκοσι πέντε. Τα προξενιά πήγαιναν και έρχονταν, αλλά η Μυρτώ ασυγκίνητη.

     «Στο ράφι θα μείνεις, μωρή», της γκρίνιαζε η μάνα της, «τόσα παλληκάρια, τόσοι νέοι κι άλλοι τόσοι νοικοκυραίοι σε ζητούν κι εσένα ο ένας σού ξινίζει και ο άλλος σού βρομάει. Ξεστραβώσου, μωρή. Στο ράφι θα μείνεις να αραχνιάσεις».

Και ο πατέρας της την ορμήνευε, αλλά σε πιο ήπιο τόνο.

     «Τι περιμένεις, βρε Μυρτώ μου; Τον πρίγκιπα; Πρίγκιπες με παλάτια δεν υπάρχουν. Διαλέγουν έναν άντρα οι κοπέλες, τον κάνουν πρίγκιπά τους και το σπιτικό τους γίνεται το παλάτι τους. Διάλεξε έναν, όποιον θέλεις εσύ, εμείς δεν σου λέμε πάρε αυτόν ή πάρε εκείνον. Όποιον θέλεις εσύ. Περνούν τα χρόνια. Περνούν και δεν έρχονται πίσω. Σε λίγο ίσως να είναι αργά και να χτυπάς κι εσύ το κεφάλι σου».

Η Μυρτώ όμως ανένδοτη:

     «Τον άντρα που θα παντρευτώ εγώ, πρώτα θα τον αγαπήσω και μετά θα τον παντρευτώ».

Αυτό επαναλάμβανε κάθε φορά που η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από τα προξενιά της. Αγύριστο κεφάλι.

Κάθε Κυριακή στην εκκλησία, αλλά και στους εσπερινούς που πήγαινε καμιά φορά η μάνα της, ανάβοντας το κερί της στην Παναγία, παρακαλούσε:

     «Ξεστράβωσέ την, Παναγία μου, να βρει ένα παιδί να νοικοκυρευτεί, να ανοίξει το σπιτικό της, να δω κι εγώ η έρμη κανένα εγγόνι. Κάνε το θαύμα σου, Παναγιά μου».

Δεν ξέρω γιατί, αλλά η Παναγιά δεν αξιώθηκε να κάνει το θαύμα της.

Το ’κανε όμως ο Αϊ-Γιάννης.

 

     • Ο Μίλτος δεν χόρευε· πετούσε. Με τέτοια χάρη, τέτοια κίνηση και τόσο αίσθημα δεν είχε ξαναδεί άντρα να χορεύει. Και ήταν και όμορφο παιδί. Ψηλός, ευθυτενής με πλάτες φαρδιές, όχι υπερβολικά, σκούρο μαύρο μαλλί και ένα πρόσωπο… αντρικό.

Σαν τέλειωσε ο μπάλος, οι χορευτές κίνησαν να γυρίσουν στις θέσεις τους. Ο κόσμος τους χειροκροτούσε, μα πιο πολύ απ’ όλους χειροκροτούσε η Μυρτώ.

Ο Μίλτος κοντοστάθηκε και στράφηκε να δει από πού ήταν αυτό το τόσο δυνατό χειροκρότημα και τότε την είδε. Έμεινε για ένα τουλάχιστον λεπτό ακίνητος, λες και είχαν παραλύσει τα πόδια του. Μα δεν είχαν παραλύσει τα πόδια του.

Τα μάτια του είχαν παραλύσει, καθώς μαγνητισμένα δεν μπορούσε να τα τραβήξει απ’ τα δικά της.

Όλο τον κόσμο είχε γυρίσει, μα τέτοια ομορφιά πρώτη φορά έβλεπε.

Σαν άρχισε ο επόμενος χορός, ο Μίλτος σηκώθηκε και αποφασιστικά πλησίασε στο τραπέζι της Μυρτώς.

Μια τόσο όμορφη γυναίκα δεν έπρεπε να πάει χαμένη, να μείνει ανεκμετάλλευτη.           «Αν μη τι άλλο, θα τη χορέψω», σκεφτόταν· «αν φυσικά δεχτεί κι αυτή». Αρρώσταινε στην ιδέα της απόρριψής του.

«Θέλεις να χορέψουμε μαζί;» τη ρώτησε.

 

     • «ΠΑ-ΝΤΡΕΥ-Ο-ΜΑΙ», είπε φωναχτά και στακάτα η Μυρτώ.

Πάλι νεκρική σιγή. Ο αδελφός, ο πρώτος που ξεμαρμάρωσε και είχε ήδη μπει στην κουζίνα, ρώτησε με στοργικό ύφος:

     «Και ποιος είναι ο τυχερός, αδελφούλα μου;»

Δεν υπήρχε το παραμικρό ίχνος ειρωνείας στη φωνή του. Δεν ήθελε με τίποτε να χάσει την εμπιστοσύνη της αδελφής του, που εξάλλου δεν του την είχε στερήσει ποτέ. Η ερώτησή του έδειχνε μόνο ενδιαφέρον. Η Μυρτώ γύρισε προς το μέρος του. Αντί για απάντηση, έτρεξε και έπεσε στην αγκαλιά του. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του κλαίγοντας. Δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο.

     «Θα σου πω. Μόνο σ’ εσένα θα το πω» και συνέχισε να μουσκεύει το πουκάμισό του με τα δάκρυά της.

Το είπε. Και όχι μόνο στον αδελφό της αλλά σε όλους,

 

    • Σε τρεις μέρες ο Μίλτος θα έφευγε. Ο απόπλους του καραβιού του ήταν πια προγραμματισμένος. Η Μυρτώ όλη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι.

     «Δεν θα την αντέξω τη μοναξιά», συλλογιζόταν. Τις πρωινές ώρες όμως κοιμήθηκε για λίγο. Κοιμήθηκε μέχρι που την ξύπνησε ο Μίλτος. Εκείνος είχε σηκωθεί πιο νωρίς. Άναψε το τζάκι και τώρα κουβαλούσε στην κρεβατοκάμαρα δυο κούπες αχνιστό, φρεσκοψημένο καφέ που μοσχοβολούσε.

     «Έλα, υπναρού. Ξύπνα. Σου έφερα καφέ. Ξύπνα, πιες τον καφέ σου και σήκω να ετοιμαστείς».

     «Να ετοιμαστώ; Τι να ετοιμαστώ;» απόρησε αγουροξυπνημένη η Μυρτώ.

     «Να ετοιμάσεις τις βαλίτσες. Φεύγουμε».

Πάλι δεν καταλάβαινε τίποτε· εκτός αν ο Μίλτος είχε αρχίσει να μιλάει στον πληθυντικό ακόμα και όταν μιλούσε για τον εαυτό του!

     «Φεύγεις εννοείς», διευκρίνισε η Μυρτώ.

     «ΦΕΥ-ΓΟΥ-ΜΕ». Το είπε στακάτα, συλλαβιστά και φωναχτά και συνέχισε:                      «Φεύγουμε μαζί. Με το καράβι. Θα σε πάρω μαζί μου, να γυρίσουμε όλο τον

κόσμο… αν θέλεις φυσικά».

Αν ήθελε; Τέτοιο αιλουροειδές λάκτισμα δεν είχε ξαναγίνει και μάλλον δεν θα έγινε και ποτέ μετά. Ούτε καφέδες λογάριασε ούτε σκεπάσματα ούτε τίποτε. Με ένα τίναγμα βρέθηκε όρθια, στην αγκαλιά του Μίλτου, να κλαίει από χαρά και να επαναλαμβάνει συνέχεια:

     «Μαζί, μαζί, μαζί…» 

 

     • Τα κακά μαντάτα δεν άργησαν να έρθουν. Τα έφερε ο θείος Αριστείδης. Το γράμμα που είχε πάρει από το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας κατέληγε: «…Το πλοίον εβυθίσθη αύτανδρον. Όλα τα μέλη του πληρώματος αγνοούνται».

Η Μυρτώ τον είδε από μακριά, μέσα από το παραθύρι, να ανηφορίζει προς το σπίτι. Φτερούγισε η καρδούλα της. Μα όσο ο θείος κόντευε, τόσο το φτερούγισμα γινόταν παγωνιά. Δεν χρειάστηκε να χτυπήσει την πόρτα της. Εκείνη ήταν ήδη στην εξώθυρα και τον περίμενε.

Ένα σύννεφο σκοτείνιαζε τα μάτια της και ένα τεράστιο «τι», χωρίς τη φράση, ήταν γραμμένο στα χείλια της. Δεν χρειαζόταν πολύ για να μαντέψει ότι της έφερνε κακά μαντάτα. Στη μορφή του υπήρχε μόνο θλίψη και απόγνωση. Με το ζόρι κρατούσε όρθιο το κορμί του καθώς ανέβαινε τα λίγα σκαλιά. Σαν στάθηκε απέναντί της, ήδη είχε βουρκώσει. Κάτι κακό. Κάτι πολύ κακό ψυχανεμίστηκε η Μυρτώ.

Δεν έκανε προλόγους. Τι προλόγους άλλωστε να πει; Ο ίδιος, η ολοφάνερη θλίψη του, δεν ήταν πρόλογος;

«Μυρτώ… ο Μίλτος… ο Μίλτος δεν υπάρχει πια», κατάφερε να ψελλίσει πριν ξεσπάσει σε ένα γοερό κλάμα.

Η Μυρτώ δεν έβαλε τα κλάματα. Δεν μπόρεσε. Όλο το νευρικό της σύστημα είχε παραλύσει. Ο εγκέφαλος αρνιόταν να δώσει την εντολή «κλάψε». Έμεινε έτσι, μαρμαρωμένη, να κοιτάζει τον θείο, τον μαντατοφόρο της συμφοράς της. Όλος ο κόσμος γύρω της χανόταν. Η μόνη αίσθηση της ύπαρξής της ήταν εκείνη η φωνή, που συνεχώς επαναλάμβανε μέσα στο μυαλό της: «Ο Μίλτος δεν υπάρχει πια… Ο Μίλτος δεν υπάρχει πια… Ο Μίλτος δεν…»

Με λίγα λόγια, όσα μπορούσε να ψελλίσει ανάμεσα στα αναφιλητά του, της είπε για το καράβι που χάθηκε.

     «Δεν βρέθηκε κανένας».

Μετά, χωρίς να πει άλλη κουβέντα, χωρίς ένα «καληνύχτα», χωρίς «κάνε κουράγιο», χωρίς τίποτα, γύρισε να φύγει. Κατέβηκε με κόπο τα σκαλιά, άφησε ανοιχτή την αυλόπορτα πίσω του και χάθηκε στο σούρουπο. Τρεκλίζοντας κατηφόρισε το δρομάκι. Μια γκρίζα μορφή· μια σιλουέτα σκυμμένη, γονατισμένη απ’ τον πόνο. Πού πήγαινε; Να κάνει τι; Και γιατί; Για ποιον; «Ο Μίλτος δεν υπάρχει πια».

Πήγε και κλείστηκε στην κρεβατοκάμαρά της. Κάθισε στη γωνία του κρεβατιού· σκυμμένη, διπλωμένη στα δυο, με το κεφάλι μέσα στις παλάμες. Βουβή. Αμίλητη. Πότε πότε από κανένα δάκρυ έβρεχε το φουστάνι της. Μόνο για μια στιγμή της ανέβηκε ένας λυγμός που κόντεψε να την πνίξει. Μετά πάλι, βουβή, αμίλητη. Μάταια την έψαχνε η μάνα της.

«Μυρτώωω… Πού είσαι, καλέ; Μυρτώωω…» Τίποτε. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Κάποια στιγμή τη βρήκε.

«Τι έπαθες, καλέ, και κάθεσαι εδώ, μες στα σκοτάδια;»

Πήγε και έκατσε δίπλα της. Μέσα στο σκοτάδι δεν ξεχώριζε καθαρά τη μορφή της. Μόνο όταν σείστηκε το κρεβάτι από έναν δεύτερο λυγμό, σηκώθηκε, άναψε το φως και βλέποντας το μαύρο χάλι της κόρης της, τη ρώτησε:

     «Τι έχεις, καλέ; Τι συμβαίνει;»

     «Ο Μίλτος, μάνα… ο Μίλτος έφυγε».

     «Έφυγε; Και πού πήγε;» απόρησε η μάνα.

Τσιρίζοντας, ξεφωνίζοντας, η Μυρτώ διευκρίνισε:

     «Πέθανε, μάνα. Πέθανε. Ο Μίλτος πνίγηκε. Δεν υπάρχει πια Μίλτος», και τότε ξέσπασε σε ένα ατέλειωτο γοερό κλάμα.

Η μάνα της έμεινε άφωνη, να τη βλέπει και να προσπαθεί να συνειδητοποιήσει το μέγεθος του κακού που τους είχε βρει.

 

Δεν είναι αυτό το τέλος της Ιστορίας.

Ένας τρελός! μια χήρα! και ένας παπά!.

Πώς άραγε θα κολλήσουν στην ιστορία;

».

Προηγούμενο απόσπασμα