Προηγούμενο κείμενο περίληψης
Επόμενο κείμενο περίληψης

Ο τρελός της  χήρας

Περίληψη

     Ο παπα-Σωτήρης

     Ο παπα-Σωτήρης δεν είναι κανένας όποιος-όποιος παπάς. Είναι νέος και πλούσιος. Δυο φορές πλούσιος. Και σε χρήμα, αλλά και σε γνώσεις. Απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής Χάλκης και κάτοχος της Γαλλικής και της Αγγλικής γλώσσας. Τα Ελληνικά τα ξέρει πολύ καλά αφού είναι η μητρική του γλώσσα και αφού τα διδάχτηκε και στο Ζωγράφειο Γυμνάσιο της πόλης. Τα τούρκικα τα έμαθε όταν παιδί ακόμη το έπαιζε τουρκόπουλο και πήγαινε στο Τούρκικο σχολείο. Στο τούρκικο σχολείο διδάχτηκε το Κοράνι και από τους γονείς του αλλά και στη σχολή της  Χάλκης διδάχτηκε το Άγιο Ευαγγέλιο.

Με τόσες γνώσεις [προοριζόταν για Εκκλησιαστικός Διπλωμάτης αν μη τι άλλο. Η προαγωγή του σε επίσκοπο ήταν προ των θυρών].

Από λεφτά ο παπα-Σωτήρης! Να φάνε και οι κότες. Ο πατέρας του πλούσιος έμπορος στη Σμύρνη του έφυσε τόσα πολλά που έφταναν και για τον ίδιο και για τα παιδιά του και για τα εγγόνια του, αν ποτέ αποκτούσε. Μα ούτε παιδιά, ούτε εγγόνια απόκτησε. Ας όψεται ο όρκος αγαμίας που είχε δώσει για χάρη των ανώτερων εκκλησιαστικών αξιωμάτων.

Του κόσμου τις μπαγαποντικές έκανε ο παπα-Σωτήρης για να γλυτώσει την εκλογή του σε επίσκοπο και για να γίνει παπάς στο φτωχικό  Ψαροχώρι.

Εκεί έμεινε για όλη τη ζωή του. Εκεί στο Ψαροχώρι τον καθήλωσε η ομορφιά του νησιού, μα πιο πολύ η ομορφιά των ανθρώπων. Η απλότητα, η αγάπη, οι έγνοιες τους και οι χαρές τους. Η αγάπη τους για τη ζωή. Για τη ζωή που με μόχθο και αγώνα κέρδιζαν κάθε μέρα. Στο Ψαροχώρι ο παπα-Σωτήρης ήταν τα πάντα. Ο χορηγός, ο εξομολόγος, ο παραστάτης, ο δικαστής, ο…

Στο Ψαροχώρι ο παπά-Σωτήρης αγάπησε και αγαπήθηκε, μα το βάσανο  της μοναξιά τον τριβέλιζε πάντα.

  [Μα όλους τους χωριανούς τους αγαπούσε κι’ αυτοί με τη σειρά τους τον αγαπούσαν τόσο κι’ ακόμη πιο πολύ.

Μα άλλο πράμα ήταν η αγάπη αυτή και άλλο η αγάπη του «δικού σου» ανθρώπου.

Μα η έγνοια του αυτή ήταν πιο μικρή από την άλλη. Αυτή ήταν επίγεια, σαρκική. Δεν άγγιζε τον ουρανό και τα μυστήρια Του.

Κάθε βράδυ, αφού είχε χαθεί μεσ’ στα βιβλία του και στα διαβάσματα του, εκεί, λίγο πριν τον πιάσει η μεγάλη νύστα, κάπου ανάμεσα στην αλήθεια και στο όνειρο, κάπου ανάμεσα στη γη και στον ουρανό, έπεφτε σε άλλους πιο κακούς συλλογισμούς.

Ανάμεσα στη «Θεία Πρόνοια» και στη «Θεία Τιμωρία» είχε κολλήσει από μόνος του τη «Θεία Αδιαφορία». Και με αυτή, τη Θεία Αδιαφορία, πολύ φουρκιζόταν ο παπα-Σωτήρης. Πόσες και πόσες ζωές δεν είχαν χαθεί για το τίποτε. Χωρίς λόγο, χωρίς αιτία. Όχι μόνο στο Ψαροχώρι. Παντού. Κάθε μέρα άκουγες: Αυτό το κακό εδώ, αυτή η συμφορά εκεί, η άλλη παραπέρα. Αυτό τί ήταν; Αδιαφορία δεν ήταν; Πόλεμοι, σκοτωμοί, πείνα, αρρώστιες. Αυτό κι’ αν ήταν αδιαφορία.

«Αλλά που θα πάει; Σαν έρθει η ώρα να κριθώ, όταν σταθώ μπροστά του και όταν με ρωτήσει: Παπα-Σωτήρη τι έκανες; Θα τον ρωτήσω κι’ εγώ: Αμ Εσύ τι έκανες; Για δες τι χάλια είναι όλα εκεί κάτω. Έτσι: πρόσωπο με πρόσωπο θα τα πούμε κι’ ας με ρίξει στην κόλαση».

 Αυτά σκεφτόταν ο παπα-Σωτήρης και μετά σηκωνόταν, έκανε το σταυρό του λέγοντας: «Άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου» και έπεφτε για ύπνο.

Και όταν ο παπα-Σωτήρης στάθηκε μπροστά στο Θεό και τον ρώτησε «Γιατί Θεέ μου δεν ερχόσουν να σταθείς κοντά στους ανθρώπους που τόσο πολύ έχουν την ανάγκη σου Ο Θεός δεν κώλωσε, γιατί οι Θεοί δεν κωλώνουν ποτέ, και του απάντησε:

«Κι’ εσύ παπα-Σωτήρη πού ήσουν; Κοντά στους ανθρώπους δεν ήσουν; Και τί θαρρείς πως είσαι εσύ; Ένα κομμάτι δικό μου είσαι. Ένα κομμάτι Θεός»].

Προηγούμενο κείμενο περίληψης
Επόμενο κείμενο περίληψης