Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα

Ο τρελός της  χήρας

Αποσπασματα από το κεφάλαιο 1

     Ο τρελό-Γιαννος

 

 •    Οι πόνοι της γέννας την πιάσανε τα μαύρα μεσάνυχτα.

«Ξύπνα, Χρήστο. Πονάω», του είπε.

Μα μήπως κι εκείνος κοιμότανε; Λούφαζε δίπλα της, και καμωνόταν τον κοιμισμένο για να μην την ενοχλεί.

Πετάχτηκε σαν το ελατήριο και έτρεξε στο διπλανό δωμάτιο. Εκεί κοιμόταν η μαμή. Την είχε φέρει απ’ τη Χώρα δυο μέρες πριν.

«Κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε», είχε σκεφτεί και είχε στείλει το φίλο του το Λευτέρη στη Χώρα να φέρει τη μαμή

 

•    Αμέσως μετά, αφού σιγουρεύτηκε ότι η μαμή ήταν στο πλευρό της Πελαγίας, έτρεξε όπως ήτανε, με τις πιτζάμες και τις παντούφλες, στο διπλανό σπίτι. Στο σπίτι της κυρα-Λαμπρινής.

      «Ξύπνα. Ξύπνα, κυρα-Λαμπρινή. Γεννάμε», φώναζε καθώς έκρουε την εξώπορτα με τόση δύναμη που κόντευε να τη σπάσει.

Η κυρα-Λαμπρινή άνοιξε την εξώπορτα και στάθηκε στο κατώφλι. Αγουροξυπνημένη, με την τσίμπλα να κρέμεται από τα μάτια, σαν φάντασμα έμοιαζε μέσα στο άσπρο νυχτικό της, με τα γκρίζα της μακριά μαλλιά ξέπλεκα και ανακατωμένα. Δεν ήταν όμως φάντασμα. Ήταν η καλή η γειτόνισσα και η πάντα πρόθυμη κυρα-Λαμπρινή.

     «Έρχομαι», του είπε και χωρίς να κλείσει την πόρτα πίσω της, χάθηκε για λίγο μέσα. Έριξε δυο χούφτες νερό στο πρόσωπό της, έριξε ένα μαδημένο σάλι στην πλάτη της, και όπως ήταν, με το νυχτικό και τις παντούφλες της κι αυτή, έτρεξε ξωπίσω απ’ τον κυρ-Χρήστο στο σπίτι της ετοιμόγεννης. Καθώς έτρεχε να τον προκάμει, που είχε ανοίξει ο Χρήστος τη δρασκελιά του, να φτάσει έστω και μια στιγμή νωρίτερα στο σπίτι, από μέσα της έκανε και μια σύντομη αποκλειστική συνομιλία με το Θεό και με την Παναγιά. Προσευχή, ενημέρωση και παράκληση συνάμα.

     «Θε’ μου, γεννάει η Πελαγία. Βόηθα να πάν’ όλα καλά. Και Συ, Παναγιά μ’. Εσύ που ’σαι μάνα. Βόηθα και Συ».

 

• Και ο Θεός βοήθησε και η Παναγιά και η μαμή και η κυρα-Λαμπρινή βοήθησαν και όλα πήγαν καλά. Μόνο που όλοι βοηθούσαν την Πελαγία να γεννήσει. Τον έρμο τον κυρ-Χρήστο δεν τον νοιάστηκε κανένας.>>>…

Τώρα στεκόταν πάνω από το προσκεφάλι της Πελαγίας και καμάρωνε τη μάνα με το γιο τους στην αγκαλιά της. Εκείνη έλαμπε ολόκληρη από χαρά, σαν το εικόνισμα της Παναγιάς στην εκκλησία, τη νύχτα των Χριστουγέννων, με τόσα και τόσα αναμμένα κεριά να το φωτίζουν.

 

•  Είχαν ρίξει τα δίχτυα και τώρα σουλατσάριζαν στο πέλαγο, με τη μηχανή στο ρελαντί, να περάσει λίγο η ώρα, μπας και ξεστραβωθεί κανένα ψάρι και πάει και σκαλώσει στο δίχτυ.

Άναψε τον προβολέα και με το φως του σάρωσε την επιφάνεια της θάλασσας να δει πού ήταν η σημαδούρα των διχτυών. Την εντόπισε καμιά τρακόσια μέτρα πίσω τους, προς την πλευρά της πρύμνης. Ένα μικρό άσπρο σημαδάκι στην απέραντη θάλασσα. Έπιασε να κάνει έναν κύκλο με το καΐκι για να πιάσει ρότα προς τη σημαδούρα. Η μηχανή πάντα στο ρελαντί.

Και τότε άρχισε το κακό. Ένα άσπρο σύννεφο ήρθε και τους σκέπασε. Μια ομίχλη πιο πηχτή και απ’ το γιαούρτι. Δεν έβλεπες μήτε από την πρύμνη μέχρι την πλώρη του καϊκιού. Η φωτεινή δέσμη του προβολέα είχε γίνει μια γραμμή, σαν ξίφος που καρφωνόταν καμιά δεκαριά μέτρα μέσα στην ομίχλη και μετά χανόταν. Το φως του, που διαχεόταν απ’ την ομίχλη, φώτιζε και το κατάστρωμα του καϊκιού. Φώτιζε σαν να ’ταν μέρα. Όμως μήτε σημαδούρα έβλεπες πια μήτε τίποτε.

"Αναβόσβηνε τον προβολέα», είπε στην Πελαγία. «Αναβόσβηνέ τον να φαινόμαστε σαν φάρος».

Έβαλε εκείνη το χέρι της πάνω στο διακόπτη του προβολέα και «τσακ» τον έσβησε. Μαύρο σκοτάδι παντού. Αγρίεψαν απ’ τη μαυρίλα. Τον ξανάναψε και φωτίστηκε πάλι το καΐκι από το φως που διαχεόταν. Μετά τον ξανάσβησε και τον άναψε πάλι. Καμιά δεκαριά φορές αυτό. Την εντέκατη φορά ο προβολέας έβγαλε για μια στιγμή ένα πολύ πιο δυνατό φως από ό,τι συνήθως φώτιζε και δεν ξανάναψε ποτέ πια. Είχε καεί η λάμπα του. Έμειναν στο σκοτάδι.

 

•   Αυτή τη φορά η μπουρού αντήχησε λες και ήτανε μέσα στα αφτιά τους.

«Χριστέ και Παναγιά, βοήθα», είπε ο Χρήστος και σταυροκοπήθηκε. Μα καθώς

 

•   Ο Γιάννης είχε τα μάτια του κλειστά. Δεν ήθελε να βλέπει. Μετά, κάποια στιγμή αποφάσισε να τα ανοίξει και να δει, για στερνή φορά, τη μάνα του και τον πατέρα του. Και όταν τους αντίκρισε, όταν είδε πώς είχε καταντήσει η θάλασσα την όμορφη μάνα του και τον λεβέντη πατέρα του, δεν άντεξε.

Αυτό ήταν… Έβγαλε ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό, σαν λαβωμένος λύκος, τράβηξε με βία το χέρι του απ’ την παλάμη του παπα-Σωτήρη και όπου φύγει-φύγει. Άρχισε να τρέχει σαν τρελός μέσα στα καλντερίμια του χωριού. Ξοπίσω του αμολήθηκε η κυρα-Λαμπρινή, μα που να τον προκάμει. Κανένας άλλος δεν σάλεψε.

Μόνο η Μυρτώ, που σε μια γωνιά, προσπαθούσε να κρύψει τα βουρκωμένα μάτια της, έκανε να κουνηθεί προς το μέρος του, να τρέξει ξοπίσω του να τον προκάμει, μα σταμάτησε. Τι θα λέγανε οι χωριανοί; Τον ακολούθησε με το βλέμμα μέχρι που εκείνος χάθηκε στην πρώτη γωνιά.

Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα