Προηγούμενο καπόσπασμα περίληψης

 

 

Ο τρελός της  χήρας

Περίληψη

     Η Μυρτώ

     Η Μυρτώ ήταν πανέμορφη. [Όταν γεννήθηκε η Μυρτώ, όλες οι μούσες και οι καλές νεράιδες, μαζεύτηκαν στο προσκεφάλι της και την προίκισαν με ομορφιά και χάρη].

Όταν της πέρασαν οι πρώτες εμμονές, της παιδικής της ηλικίας, την έπιασε μια άλλη εμμονή. Οι παιδικές εμμονές της ήταν ακίνδυνες και είχα να κάνουν με στιχάκια, τραγουδάκια και με φωτογραφίες αστέρων του Χόλυγουντ που τις εύρισκε μέσα στις τσίχλες. Η άλλη αυτή η τελευταία εμμονή ήταν επικίνδυνη. Εικοσιπέντε χρονών μεγαλοκοπέλα ήταν και κόντευε να μείνει στο ράφι. «Τον άντρα που θα παντρευτώ εγώ, πρώτα θα τον αγαπήσω και μετά θα τον παντρευτώ», έλεγε και έστελνε πίσω όλα τα προξενιά.

 [«Ξεστράβωσε την Παναγία μου, να βρει ένα παιδί να νοικοκυρευτεί, να ανοίξει το σπιτικό της, να δω και ‘Γή η έρμη κανένα εγγόνι. Κάνε το θαύμα σου Παναγιά μου»], παρακαλούσε η μάνα της και άναβε λαμπάδες στην Παναγιά.

      [Δεν ξέρω γιατί, αλλά η Παναγιά δεν αξιώθηκε να κάνει το θαύμα της. Το ‘κανε όμως ο Αι-Γιάννης].

Στο πανηγύρι του Άι-Γιαννιού, τότε που πηδάνε τις φωτιές, γνώρισε τον Μίλτο. Αγαπηθήκαν τρελά και παντρεύτηκαν. Ο Μίλτος ήταν υποπλοίαρχος σε ένα μεγάλο εμπορικό καράβι που έκανε μακρινά ταξίδια. Ήταν πολύ ταιριαστό ζευγάρι και όλα έδειχνα ότι θα ζούσαν ένα «βίο ανθόσπαρτο», όπως τους είχαν ευχηθεί όλοι.

Αυτός ο ανθόσπαρτος βίος άρχισε με ένα μεγάλο ταξίδι. Στο πρώτο ταξίδι μετά το γάμο τους ο Μίλτος την πήρε μαζί του στο καράβι και γύρισαν όλο τον κόσμο.

     Η ευτυχία της Μυρτώς άρχισε το βράδυ του Άι-Γιαννιού, κορυφώθηκε στο πρώτο ταξίδι τους και έσβησε στο δεύτερο μεγάλο ταξίδι του Μίλτου. Το καράβι του μετέφερε πυρομαχικά απ' την Αμερική σε μια Αμερικάνικη βάση κάπου στον Ειρηνικό. Τρεις μεγάλες εκρήξεις και από το καράβι του Μίλτου δεν απόμεινε τίποτε. Όσοι ήταν στο καράβι ίσως να μην πρόλαβαν να πνιγούν γιατί θα είχαν σκοτωθεί από τις εκρήξεις, αλλά η έρμη η Μυρτώ πνίγηκε στον πόνο και έλιωσε στο κλάμα.

Για τρία χρόνια είχε κλειστεί στο σπίτι της και δεν ήθελε να δει ανθρώπου πρόσωπο, παρά μόνο την καλή της τη φιλενάδα την Ελένη. Αδελφές να ήταν με την Ελένη τόσο πολύ δεν θα αγαπιόταν. Στον τρίτο χρόνο η Ελένη την έπεισε να πάνε μέχρι τη χώρα, παρέα με ένα φιλικό τους ζευγάρι. Το βράδυ γυρνώντας στο σπίτι η Μυρτώ, σαν κάποιος να την παρακολουθούσε. Ένοιωθε το βλέμμα κάποιου καρφωμένο στην πλάτη της, αλλά ποιος ήταν δεν μπόρεσε να δει.

Τα άλλα βράδια, παραφυλώντας πίσω απ' το παραθυρόφυλλο τον είδε.

«Τι να ζητάει άραγε ένας τέλος έξω απ' το σπίτι μου αναλογίστηκες με φόβο.

Εδώ  είμαστε λοιπόν !

Σας έχω έναν τρελό, τον τρελό-Γιαννο, έναν παπά, τον παπα-Σωτήρη και μια χήρα, τη Μυρτώ. Ιδού το μυστήριο: Πού και πώς κολλάνε όλοι αυτοί;

Το μυστήριο θα το λύσετε εσείς μέσα απ' τις σελίδες του βιβλίου μου.

Προηγούμενο καπόσπασμα περίληψης