Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα
Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα

Ο τρελός της  χήρας

Αποσπασματα από το κεφάλαιο 2

     Ο παπα-Σωτήρης

• Μόλις ο Σωτηράκης άρχισε να αρθρώνει τις πρώτες λεξούλες του, προσέλαβε για γραμματέα μια μορφωμένη Τουρκάλα. Η δουλειά της δεν ήταν στο γραφείο αλλά στο σπίτι: Να μάθει τον Σωτήρη την τούρκικη γλώσσα.

• Όταν ο Σωτήρης έγινε επτά χρονών και θα πήγαινε στην πρώτη τάξη του τούρκικου σχολείου, τα τούρκικα τα μιλούσε πιο καλά κι απ’ τα τουρκόπουλα. Το μόνο πρόβλημα που παρέμενε ήταν το όνομα: Ποιο Τουρκάκι το λέγανε Σωτήρη;

Ευτυχώς, όταν ο Αναστάσιος Μπονδόγλου πήγε να τον γράψει στο σχολείο, μέσα στο γραφείο του διευθυντή ήταν μόνο αυτός και ο διευθυντής.

     «Όνομα;» ρώτησε ο διευθυντής.

    «Σατήρ Μπονδόγλου», απάντησε. Το «Σατήρ» δεν σήμαινε τίποτε στα τούρκικα, αλλά έφερνε σαν τούρκικο όνομα. Με το επίθετο δεν υπήρχε πρόβλημα. Ο διευθυντής τον κοίταξε κάπως παράξενα.

     «Έχεις τίποτε χαρτιά; Τίποτε κιτάπια;» ρώτησε πάλι. Ο Αναστάσιος Μπονδόγλου έβγαλε από την τσέπη του είκοσι γρόσια και τ’ άφησε στο γραφείο, κάτω από τη μούρη του Διευθυντή.

     «Αφού σε το λέω εγώ, τζάνεμ. Δεν με πιστεύεις;» είπε.

Ο διευθυντής εξαφάνισε τα γρόσια στην τσέπη του και έγραψε το όνομα του νέου μαθητή.

     «Όνομα πατρός;» ξαναρώτησε.

     «Γράψε Α. Μπονδόγλου».

     «Α. Τι “Α”;» απόρησε ο διευθυντής.

     «Α κεφαλαίο, μπρε τζάνεμ», είπε ο Αναστάσιος Μπονδόγλου, αφήνοντας άλλα είκοσι γρόσια στο γραφείο.

Έτσι ο «Σατήρ Μπονδόγλου», υιός του «Ακεφαλαίο Μπονδόγλου», με σαράντα γρόσια μπακσίς, έγινε μαθητής της πρώτης τάξης στο τούρκικο σχολείο της Σμύρνης.

Πάλι καλά που ο κύριος διευθυντής δεν έγραψε «Ακεφαλαιομπρετζάνεμ», ως πατρώνυμο του Σωτήρη.

• Έτσι ο Σωτήρης το μεσημέρι προσευχόταν στον Αλλάχ και στο Μωάμεθ και το βράδυ, πριν κοιμηθεί στο Θεό στο Χριστό και στην Παναγία.

Το πρωί απ’ τους δασκάλους του μάθαινε το Κοράνι, με τις διδαχές και τις εντολές του Μωάμεθ και το απόγευμα από τη μάνα και τον πατέρα του μάθαινε το Άγιο Ευαγγέλιο και τις εντολές του Χριστού.

Ένα θρησκευτικό δίπολο είχε γίνει η ψυχή του μικρού παιδιού.

     «Ποιος ήταν ο Θεός;» «Τι ήταν ο Θεός;» «Γιατί δύο και όχι ένας;» «Ίσως ένας αλλά με δύο ονόματα;»

Δεν πιστεύω να υπήρξε άλλο παιδί, σ’ αυτή την ηλικία που να προβληματίστηκε τόσο πολύ με τα θεία. Και όσο ωρίμαζε ο Σωτήρης τόσο ωρίμαζε και ο προβληματισμός του. Πάντως το καλό ήταν ότι τα γονίδια του Σωτήρη ήταν χριστιανικά, οι διδαχές της μάνας του και του πατέρα του εμπεριστατωμένες και ο Σωτήρης παρέμεινε χριστιανός μεν, γεμάτος όμως με ένα σωρό «Πώς;» «Μήπως;» και «Γιατί;».

     • Πενήντα τέσσερα χρόνια έζησε στο Ψαροχώρι ο παπα-Σωτήρης και κάνοντας τον απολογισμό του για όλα αυτά τα χρόνια, τι κατάφερε, τι δεν κατάφερε, πάντα έβγαζε τον εαυτό του ζημιωμένο.

«Με τους ανθρώπους καλά τα πήγα», σκεφτότανε.

     «Τους μάζεψα, τους έφερα κοντά στον Θεό». Αυτό δεν ήταν δύσκολο. Έμοιαζε με το ψάρεμα που του είχε διδάξει ο καπετάν Μηνάς, Θεός σχωρέσ’ τον.

Το άλλο ήταν δύσκολο και πάντα το είχε παράπονο: «Τον Θεό δεν κατάφερα να τον φέρω κοντά στους ανθρώπους». Έτσι απόμακρος και μυστήριος ήταν πάντα ο Θεός.

     • Απ’ όσα είχε πράξει στη ζωή του ο παπα-Σωτήρης, για ένα πράγμα μόνο είχε μετανιώσει: Για τον όρκο αγαμίας που είχε δώσει τότε, όταν ακόμη ήταν ένας επίδοξος διάκονος, προορισμένος για τα ανώτερα ιερατικά αξιώματα. Μα είχε δώσει όρκο στον Θεό και τέτοιον όρκο δεν τον παίρνεις πίσω. Δεν έχει «φτου… και άντε απ’ την αρχή».

Με τον Θεό αστεία δεν γίνονται.

     • Αυτή η έγνοια τον βασάνιζε. Δεν είχε ζήσει την αγάπη της γυναίκας. Δεν είχε αγαπηθεί, δεν είχε αγαπήσει.

Μα όλους τους χωριανούς τους αγαπούσε κι αυτοί με τη σειρά τους τον αγαπούσαν τόσο, κι ακόμα πιο πολύ. Μα άλλο πράμα ήταν η αγάπη αυτή και άλλο η αγάπη του «δικού σου» ανθρώπου.

     • Η έγνοια του αυτή ήταν πιο μικρή από την άλλη. Αυτή ήταν επίγεια, σαρκική. Δεν άγγιζε τον ουρανό και τα μυστήριά Του.

Κάθε βράδυ, αφού είχε χαθεί μες στα βιβλία του και στα διαβάσματά του, εκεί, λίγο πριν τον πιάσει η μεγάλη νύστα, κάπου ανάμεσα στην αλήθεια και στο όνειρο, κάπου ανάμεσα στη γη και στον ουρανό, έπεφτε σε άλλους, πιο κακούς συλλογισμούς.

Ανάμεσα στη «Θεία Πρόνοια» και στη «Θεία Τιμωρία» είχε κολλήσει από μόνος του τη «Θεία Αδιαφορία». Και με αυτή, τη Θεία Αδιαφορία, πολύ φουρκιζόταν ο παπα-Σωτήρης. Πόσες και πόσες ζωές δεν είχαν χαθεί για το τίποτε· χωρίς λόγο, χωρίς αιτία. Όχι μόνο στο Ψαροχώρι. Παντού. Κάθε μέρα άκουγες: αυτό το κακό εδώ, αυτή η συμφορά εκεί, η άλλη παραπέρα. Αυτό τι ήταν; Αδιαφορία δεν ήταν; Πόλεμοι, σκοτωμοί, πείνα, αρρώστιες. Αυτό κι αν ήταν αδιαφορία!

«Αλλά πού θα πάει; Σαν έρθει η ώρα να κριθώ, όταν σταθώ μπροστά Του και όταν με ρωτήσει: Παπα-Σωτήρη, τι έκανες; θα Τον ρωτήσω κι εγώ: Αμ, Εσύ τι έκανες; Για δες τι χάλια είναι όλα εκεί κάτω. Έτσι, πρόσωπο με πρόσωπο θα τα πούμε, κι ας με ρίξει στην κόλαση».

Αυτά σκεφτόταν ο παπα-Σωτήρης και μετά σηκωνόταν, έκανε τον σταυρό του λέγοντας: «Άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου» και έπεφτε για ύπνο.

Και όταν ο παπα-Σωτήρης στάθηκε μπροστά στον Θεό και Τον ρώτησε:

     «Γιατί, Θεέ μου, δεν ερχόσουν να σταθείς κοντά στους ανθρώπους που τόσο πολύ έχουν την ανάγκη Σου;» ο Θεός δεν κώλωσε, γιατί οι Θεοί δεν κωλώνουν ποτέ και του απάντησε:

     «Κι εσύ, παπα-Σωτήρη, πού ήσουν; Κοντά στους ανθρώπους δεν ήσουν; Και τι θαρρείς πως είσαι εσύ; Ένα κομμάτι δικό μου είσαι. Ένα κομμάτι Θεός».

Προηγούμενο απόσπασμα
Επόμενο απόσπασμα